Έγκυρη η διαθήκη παρά το βαθύ γήρας του διαθέτη

Έγκυρη η διαθήκη παρά το βαθύ γήρας του διαθέτη 

Του Χρήστου Ηλιόπουλου* 

2-9-2012

Η ιδιόγραφη διαθήκη γράφεται ολόκληρη με το χέρι του διαθέτη, χρονολογείται και υπογράφεται από αυτόν. Ανίκανοι να συντάσσουν διαθήκη είναι όσοι κατά το χρόνο σύνταξης της διαθήκης δεν έχουν συνείδηση των πράξεών τους ή βρίσκονται σε ψυχική ή διανοητική διαταραχή που περιορίζει αποφασιστικά τη λειτουργία της βούλησής τους.

Ανικανότητα συνεπώς για σύνταξη διαθήκης υπάρχει είτε όταν υφίσταται έλλειψη συνείδησης των πράξεων, δηλ. το πρόσωπο, από αίτιο νοσηρό ή μη, δεν έχει τη δύναμη να διαγνώσει το περιεχόμενο και την ουσία της πράξης που επιχειρεί, είτε όταν υπάρχει ψυχική ή διανοητική διαταραχή, που περιορίζει αποφασιστικά τη λειτουργία της βούλησης του διαθέτη.

Ανικανότητα για διαθήκη είναι δυνατόν να υφίσταται και στην περίπτωση της γεροντικής άνοιας, εάν από αυτήν προκαλείται μόνιμη διαταραχή της λειτουργίας του νου, σε βαθμό που αποκλείει την ύπαρξη λογικής κρίσης.

Όμως, η απλή νοητική μείωση, που συνοδεύει συχνά τη γήρανση, είναι φαινόμενο απολύτως φυσιολογικό και η επίκληση και η απόδειξη της δεν δικαιολογεί από μόνη της ανικανότητα προς σύνταξη διαθήκης.

Στην υπ’ αριθ. 145/2012 απόφασή του ο Άρειος Πάγος έκρινε υπόθεση κατά την οποία ο διαθέτης απεβίωσε σε ηλικία 84 ετών, άγαμος και άτεκνος. Πλησιέστεροι συγγενείς του ήταν δύο ανήψια του, με τα οποία όμως δεν είχε ιδιαίτερα στενές σχέσεις έως τον θάνατό του.

Αντιθέτως, στενές σχέσεις είχε με τον βαφτιστικό του, στον οποίο και τελικώς άφησε με την διαθήκη ολόκληρη την μεγάλης αξίας περιουσία του.

Τα δύο ανήψια, μετά τον θάνατο του θείου τους και την δημοσίευση της διαθήκης δυνάμει της οποίας αυτά δεν ελάμβαναν τίποτα, άσκησαν αγωγή στο δικαστήριο ζητώντας να κηρυχθεί άκυρη η διαθήκη. Ως λόγο ακυρότητος προέβαλαν ότι η διαθήκη ήταν πλαστή, δηλ. ότι δεν την είχε γράψει και υπογράψει ο θείος τους.

Επικουρικώς, ζήτησαν την ακυρότητα της διαθήκης και με τον ισχυρισμό ότι ο διαθέτης θείος τους δεν είχε την χρήση της λογικής κατά τον χρόνο συντάξεως της διαθήκης, όταν ήταν 81 ετών, επειδή έπασχε από γεροντική άνοια και άλλες ασθένειες.

Η αγωγή απερρίφθη από τα δικαστήρια της ουσίας, επειδή τόσο πραγματογνώμων (γραφολόγος) που διορίσθηκε από το αστικό Δικαστήριο, όσο και ο έτερος γραφολόγος που διορίσθηκε από τον ανακριτή στην ποινική για την πλαστογραφία δίκη, έκριναν ότι η διαθήκη δεν ήταν πλαστή, αλλά ότι αντιθέτως είχε γραφεί από το χέρι του διαθέτη, δεδομένου ότι ο διαθέτης ήταν δικηγόρος και αξιοποιήθηκε συγκριτικό υλικό δεκάδων γνησίων εγγράφων του για να συγκριθεί με την γραφή της διαθήκης και ευρέθη όμοιο με αυτήν.

Επίσης, αναφορικώς με τον ισχυρισμό των ανηψιών, που ήθελαν την ακύρωση της διαθήκης, ότι ο θείος τους δεν είχε συνείδηση των πραττομένων και άρα δεν αντιλαμβανόταν την πραγματικότητα ώστε να δύναται να συντάξει διαθήκη, τα δικαστήρια έκριναν ότι παρά την προχωρημένη ηλικία του όταν συνέταξε την διαθήκη (ήταν 81 ετών), δεν είχε απωλέσει την χρήση του λογικού.

Διεπιστώθη βεβαίως από ιατρικές γνωματεύσεις ότι δύο ή τρία έτη μετά την σύνταξη της διαθήκης, οι πνευματικές του λειτουργίες είχαν μειωθεί σημαντικά ώστε να κηρυχθεί μάλιστα και σε κατάσταση δικαστικής συμπαραστάσεως, ωστόσο εκρίθη από τα δικαστήρια ότι η χειροτέρευση των πνευματικών του λειτουργιών είχε λάβει χώρα αρκετά μετά την σύνταξη της διαθήκης, όταν ακόμα είχε την χρήση του λογικού.

Ο Άρειος Πάγος έκρινε ότι η απόφαση του Εφετείου, που θεώρησε την διαθήκη γνήσια και όχι πλαστή και τον διαθέτη κατά τον χρόνο συντάξεως της διαθήκης έχοντα τις πνευματικές του λειτουργίες, ήταν αιτιολογημένη και την επεκύρωσε, με αποτέλεσμα αμετακλήτως η διαθήκη να θεωρηθεί γνήσια και άρα έγκυρη και η κληρονομία να ληφθεί από τον τιμώμενο στην διαθήκη και όχι από τα ανήψια του θανόντος.