Απόσπασμα από το μυθιστόρημα «Μύθος» του Γιάννη Γκλάβατου  

   – Στο πνεύμα του ηλίου, σε αυτή την γυναίκα, είπε ο Άρης. 
Την μοναδική γνήσια νεράιδα στον κόσμο αυτό. 
Είναι η ανάσα μου…

Και χωρίς ανάσα, ζωή δεν υπάρχει …

   Τον συνάρπαζε ακόμη και ο τρόπος που έδενε τα κορδόνια της. Ο τρόπος που τον κοιτούσε, που του μιλούσε… η χροιά, ο τόνος, ο ήχος της φωνής της. Τον χάιδευαν, τον ταξίδευαν, τον μάγευαν, τον πήγαιναν, τον έτρεχαν, σε αυτό που λέγεται ευζείν…
   Η νεράιδα αυτή, με ένα τρόπο που αυτός δεν μπορούσε να καταλάβει(και δεν τον ένοιαζε το πώς), του εμφυσούσε μέσα στην ψυχή του, στην καρδιά του, στο «είναι» του, στο υπάρχειν και στον τρόπο σκέψης του, αυτή την αεικίνητη ευτυχία, την χαρά, την ευδαιμονία, το κέφι, το σφρίγος… όλα αυτά τα σπάνια που διαβάζουμε μόνο στα βιβλία.
    Ναι, αυτά που είναι δύσκολο(αδύνατον), να διανοηθείς ότι μπορούν να υπάρξουν, να υλοποιηθούν, αυτά που σε κάνουν να βλέπεις την ζωή πολύ όμορφη και άξια να την ζεις. Άξια να την ζεις, διότι υπάρχει ένας ευγενής σκοπός, που δίνει νόημα στην ύπαρξή σου: Να την αγαπάς … 
Πως θα ήταν η ζωή χωρίς την αυτή; Δεν θα υπήρχε… Δεν θα υπήρχε πραγματική ζωή.                                                                                                                                                                                             Μόνο χαμοζωή… έρπουσα ζωή.                                                                                                                                      
Γιατί άλλο είναι να ΖΕΙΣ και άλλο να επιζείς… 
   Αχ γυναίκα μου… Αγαπούσε σε αυτή κάθε χιλιοστό του σώματός της, λάτρευε κάθε έκφανση της ψυχής της.                                                                                                                                                                                            Ήλιοι ανέτειλαν κάθε λεπτό από τα μάτια της. Ήλιοι που αν προσπαθούσε κάποιος να τους περιγράψει με λέξεις, θα είχε ολική αποτυχία. Γιατί δεν υπάρχουν λέξεις να τους περιγράψουν. Δεν.                                                                          
Η φωνής της κατάκαιγε την καρδιά του, η ματιά της(αυτή η πνοή που διαχεόταν από το βλέμμα της), τον αιχμαλώτιζαν… γλυκά, ερεθιστικά, αιθέρια και όμορφα. Μια γλυκιά αιχμαλωσία. Μα τόσο γλυκιά…       Τόσο απαραίτητη, σαν ανάσα σε αυτόν που πνίγεται και τον επαναφέρει στην ζωή, μια ζωή καλύτερη από πριν.                                                                                                                                                                                     Κολυμπούσε στο πραγματικό όνειρο.                                                                                                                                     
 
   Αν υπάρχει πραγματική αγάπη αν είναι εφικτό να υπάρξει Θείος Έρωτας, αν,… ε τότε ένα το όνομα και των δύο … είναι το όνομα εκείνης…
                                                                                                                                                                                             
Μόνο εκείνης… 
 
   – Ο Άρης έβαλε ακόμη ένα ποτό, ενώ ο Λουκάς(που αυτές τις σκέψεις τις είχε ακούσει από τον φίλο του τον Άρη σε προγενέστερο χρόνο), παρέμενε βουβός και λυπημένος γιατί κατάλαβε…                      
Κατάλαβε και ήξερε αυτά που ο Λουκάς δεν ήξερε…
Το αποφάσισε… θα του μιλούσε…
…………………………………………………..
 Κάποιο καλοκαίρι
Έτος: 1994
Στιχουργός: Δόξας Γιάννης
Συνθέτης: Καλλίρης Θάνος
Είδος μουσικής: Ελληνική μπαλάντα
Στίχοι
Λένε πως θα με πληγώσει 
και δε θα τ’ αντέξω 
όταν με προδώσει. 
Λένε πως δε μ’ αγαπάει 
στην σκληρή καρδιά της 
κανένας δε χωράει.
Μα όχι όχι όχι το μωρό μου 
που με ρωτάει τη νύχτα 
τι είδα στ’ όνειρό μου 
για το χατίρι της 
ποιους δράκους πολεμούσα 
μήπως πληγώθηκα και αν 
την αγαπούσα.
Όχι όχι όχι το μωρό μου 
που όταν κοιμάμαι ψάχνει 
να βρει τον σταυρό μου 
πάνω στα χείλια μου 
με τρόπο τον αφήνει 
κι όρκους μου παίρνει 
ν’ αγαπάω μόνο εκείνη.
Λένε πως πικρά θα κλάψω 
αν δεν την ξεγράψω 
τους φίλους μου θα χάσω. 
Λένε πως θα με τρελάνει 
με όλα αυτά που κάνει 
για μένα δεν τη νοιάζει.
Μα όχι όχι όχι το μωρό μου 
που με ρωτάει τη νύχτα 
τι είδα στ’ όνειρό μου 
για το χατίρι της 
ποιους δράκους πολεμούσα 
μήπως πληγώθηκα και αν 
την αγαπούσα.
Όχι όχι όχι το μωρό μου 
που όταν κοιμάμαι ψάχνει 
να βρει τον σταυρό μου 
πάνω στα χείλια μου 
με τρόπο τον αφήνει 
κι όρκους μου παίρνει 
ν’ αγαπάω μόνο εκείνη.
Όχι όχι όχι το μωρό μου 
που με ρωτάει τη νύχτα 
τι είδα στ’ όνειρό μου 
πόσες πριγκίπισσες 
για την καρδιά μου κλαίνε 
για το κορίτσι που αγαπάω 
τι μου λένε.
Όχι όχι όχι το μωρό μου 
που έχει γίνει θησαυρός και φυλαχτό μου 
που με κρατάει αγκαλιά όταν κοιμάται 
γιατί στα όνειρα μονάχη της φοβάται.
https://external-mxp1-1.xx.fbcdn.net/safe_image.php?d=AQAxtUCXtABgDUFB&w=160&h=160&url=https%3A%2F%2Fi.ytimg.com%2Fvi%2F3u0p22GrmfQ%2Fmaxresdefault.jpg&cfs=1&upscale=1&sx=331&sy=0&sw=576&sh=576&_nc_hash=AQBsbAm3B5KCA3x5