Η ΑΛΙΚΑΡΝΑΣΣΟΣ του ΜΙΧΑΛΗ ΨΑΡΡΟΥ…  

 

…Ξεριζωμός

Η πατρίδα του πατέρα της ιστορίας του Ηροδότου, της μυθικής βασίλισσας Αρτεμισίας, του σατράπη της Καρίας Μαύσωλου κι ο τόπος όπου φιλοξενήθηκε ως την καταστροφή του από τους Ιωαννίτες Ιππότες ένα από τα επτά θαύματα της αρχαιότητας, το Μαυσωλείο της Αλικαρνασσού (το εντυπωσιακό αρχιτεκτονικό επίτευγμα της δυναστείας των Εκατομνιδών) μπορεί με τη σύγχρονη ονομασία του Μπόντρουμ να αναγνωρίζεται ως βασικός τουριστικός προορισμός στα παράλια της Τουρκίας… για τους Έλληνες απανταχού της γης όμως παραμένει ένα ακόμη χώμα ιερό μαρτυρολογίου μιας εκ των μελανότερων σελίδων που γράφτηκε ποτέ στην παγκόσμια ιστορία, της Μικρασιατικής Καταστροφής

Η Διδώ Σωτηρίου αποτυπώνει στα «ΜΑΤΩΜΕΝΑ ΧΩΜΑΤΑ»:

«Η θάλασσα δεν είναι πια εμπόδιο. Χιλιάδες άνθρωποι πέφτουνε και πνίγονται. Τα κορμιά σκεπάζουνε τα νερά σαν νά ‘ναι μόλος. Οι δρόμοι γεμίζουνε κι αδειάζουνε και ξαναγεμίζουνε. Νέοι, γέροι, γυναίκες, παιδιά ποδοπατιούνται, στριμώχνονται, λιποθυμούνε, ξεψυχούνε. Τούς τρελαίνουν οι χαντζάρες, οι ξιφολόγχες, οι σφαίρες των Τσέτηδων!
– Βούρ, κεραταλάρ! (Χτυπάτε τους τούς κερατάδες!).
Το βράδυ το μονοφώνι κορυφώνεται. Η σφαγή δε σταματά. Μόνο όταν τα πλοία ρίχνουνε προβολείς γίνεται μια πρόσκαιρη ησυχία. Μερικοί που καταφέρανε να φτάσουνε ζωντανοί ίσαμε τη μαούνα, μας ιστορούνε το τι γίνεται όξω, στις γειτονιές. Οι Τσέτες του Μπεχλιβάν και οι στρατιώτες τού Νουρεντίν τρώνε ανθρώπινο κρέας. Σπάζουνε, πλιατσικολογούνε σπίτια και μαγαζιά. Όπου βρούνε ζωντανούς, τούς τραβούνε όξω και τούς βασανίζουνε. Σταυρώνουνε παπάδες στις εκκλησιές, ξαπλώνουνε μισοπεθαμένα κορίτσια κι αγόρια πάνω στις Άγιες Τράπεζες και τ’ ατιμάζουνε. Απ’ τον Άι Κωνσταντίνο και το Ταραγάτς ίσαμε το Μπαλτσόβα το τούρκικο μαχαίρι θερίζει».

 

Στις αρχές του 20ου αιώνα, η Αλικαρνασσός έχει ελαττώσει τον πληθυσμό της στις 11.000, από τους οποίους οι 5000 περίπου ήταν Έλληνες  και κατοικούσαν σε ξεχωριστές συνοικίες-του Αγίου Νικολάου και του Αγίου Γεωργίου (βορειοδυτικά του μεσαιωνικού φρουρίου).

Ανάμεσα τους αξιοσημείωτη ήταν η παρουσία των Κρητικών.

Το «Πετρούμι» εξακολουθεί να αποτελεί το – αδύναμο βέβαια – οικονομικό κέντρο της γύρω περιοχής, καθώς διαθέτει δημογεροντία και Ελληνικό δημοτικό σχολείο, με δασκάλους που καταγόταν από τα γύρω νησιά.

Οι κάτοικοι ασχολούνται με την αλιεία και σπογγαλιεία, την οικοδομή, την ανθρακοποιία καθώς και τις γεωργικές καλλιέργειες.

Το γεγονός αυτό σε συνδυασμό με το φτωχό έδαφος και τα βουνά που την περιβάλλουν εμποδίζοντας την επικοινωνία με την υπόλοιπη Μικρά Ασία, αναστέλλουν την οικονομική της ανάπτυξη.

Από το 1908, το κίνημα των Νεοτούρκων, με ηγέτη τον Κεμάλ Ατατούρκ, αφύπνισε τον τουρκικό εθνικισμό και έβαλε σε εφαρμογή την πολιτική του εκτουρκισμού και των διωγμών που εντάθηκαν περισσότερο μετά το τέλος των βαλκανικών πολέμων, ιδιαίτερα σε βάρος του Ελληνικού στοιχείου.

Το Μάιο του 1914 οι διωγμοί επεκτάθηκαν και στη δυτική Μικρασία, με την καθοδήγηση και των Γερμανών, που ήταν οι σύμμαχοι των Τούρκων κατά τον Α΄ Παγκόσμιο πόλεμο (1914 – 1918).

Κατά τον πρώτο αυτό διωγμό, οι Έλληνες άρχισαν να εγκαταλείπουν την Αλικαρνασσό για να αποφύγουν από την μια την υποχρεωτική επιστράτευση (σεφερμπελικ) λόγω του πολέμου και από την άλλη τα τάγματα εργασίας (αμελέ ταμπουρού), που επάνδρωναν όσοι από τους άνδρες ήταν άνω των 45 ετών και δε στρατεύονταν. Εκεί στα βάθη της Μικρασίας, πέθαιναν από τις κακουχίες, την πείνα και τις ασθένειες δουλεύοντας σε λατομεία, ορυχεία, διανοίξεις δρόμων και αλλού, σε εξοντωτικές συνθήκες .

Στις πολλαπλές κακουχίες των στρατολογούμενων προστέθηκε και η εχθρική συμπεριφορά των ντόπιων πληθυσμών, στους οποίους η τουρκική διοίκηση παρουσίαζε τους Έλληνες στρατιώτες σαν αιχμάλωτους πολέμου.

Στην ουσία τα εργατικά τάγματα ήταν στρατόπεδα συγκεντρώσεως για την εξόντωση του δυναμικότερου στοιχείου του Ελληνικού πληθυσμού. Για να τα αποφύγουν οι Έλληνες εξαγόραζαν τη θητεία ξεπουλώντας την περιουσία τους, οι φτωχότεροι κατέφευγαν στα βουνά. Έτσι χαρακτηρίζονταν λιποτάκτες και οι οικογένειες τους αντιμετώπιζαν τα σκληρά αντίποινα της εξουσίας. Με την αναδρομική αργότερα κατάργηση της εξαγοράς της στρατιωτικής θητείας σημειώθηκαν χιλιάδες λιποταξίες και ακολούθησε κύμα εκτελέσεων λιποτακτών.

Σύμφωνα με έκθεση Ελλήνων βουλευτών του οθωμανικού κοινοβουλίου στα τέλη του 1918, 2500 Έλληνες πέθαναν από κακουχίες στα εργατικά τάγματα.

Οι Έλληνες κάτοικοι της Αλικαρνασσού κατέφυγαν αρχικά προς τα Δωδεκάνησα και συγκεκριμένα στη Κάλυμνο, τη Κω, τη Λέρο, τη Κάσο, τη Σύμη και τη Ψέρημο, όπου σύμφωνα με μαρτυρίες «αφέντης» ήταν ο πολυπράγμων πολιτικός Μ. Ελευθεριάδης.

Τα Δωδεκάνησα βρισκόταν υπό Ιταλική κατοχή και είχαν φτωχά εδάφη και έτσι οι Αλικαρνασσιώτες αναγκάστηκαν να αναζητήσουν νέους τόπους εγκατάστασης, άλλωστε και οι Ιταλοί δε ήταν πρόθυμοι να τους δεχτούν για να μην πυκνώσει το Ελληνικό στοιχείο εκεί.

Έτσι ακολούθησαν τους θαλάσσιους δρόμους προς τα νησιά του Αιγαίου και την Κρήτη, αρχικά στην περιοχή της Σητείας και στη συνέχεια στο Ηράκλειο, όπου διέμεναν σε παραπήγματα στα «μπεντένια», στη περιοχή της Χανιόπορτας .

Σύμφωνα με μαρτυρίες Μικρασιατών από το 1914 μέχρι το 1915 στην Αλικαρνασσό δεν έμεινε κανένας Έλληνας, κανένας χριστιανός παρά μόνο Εβραίοι.

Τους τελευταίους μήνες του 1918, μετά τον τερματισμό του Α΄ παγκοσμίου πολέμου για την Τουρκία, άρχισε η παλιννόστηση των προσφυγών στην Μικρά Ασία.

Συγκεκριμένα με τη ανακωχή του Μούδρου (1918) και την αποβίβαση του Ελληνικού στρατού στη Σμύρνη (1919) αρκετοί πρόσφυγες που είχαν παραμείνει στα Δωδεκάνησα επέστρεψαν στη Αλικαρνασσό.

Μάλιστα τον Οκτώβριο του 1918 συστάθηκε στην Κωνσταντινούπολη Πατριαρχική Επιτροπή με σκοπό την οργάνωση επαναπατρισμού των εκτοπισμένων, η κυβέρνηση όμως – επίσημα – επέτρεψε να επιστρέψουν μόνο οι ευπορότεροι. Μέχρι το 1920, η πλειονότητα των προσφυγών είχε επιστρέψει στη Μικρά Ασία. Οι παλιννοστούντες όμως ήρθαν αντιμέτωποι με πολύ αντίξοες συνθήκες στην πατρίδα τους και έτσι δεν άργησαν να ξαναπάρουν το δρόμο της προσφυγιάς και μάλιστα αυτή τη φορά οριστικά.

Η φιλόδοξη εκστρατεία στη Μικρά Ασία, που έφτασε ως το Σαγγάριο ποταμό, κατέληξε σε τραγωδία το φθινόπωρο του 1922.

Στις 27/8/1922 οι Τούρκοι μπήκαν στη Σμύρνη.

Τέσσερις μέρες αργότερα εμπρηστική ενέργεια που πρώτα εκδηλώθηκε στην Αρμένικη Συνοικία κατακαίει τη Σμύρνη…

Στις 3/9 επιβιβάζονται σε πλοία οι τελευταίες στρατιωτικές μονάδες που από το λιμάνι του Τσεσμέ περνούν στη Χίο. Η μοίρα τους ήταν φοβερή σε αυτή την κορύφωση του εθνικισμού και του φανατισμού των Τούρκων. Τα θύματα αμέτρητα και ανάμεσα τους ο Μητροπολίτης Σμύρνης Χρυσόστομος.

Μετά την καταστροφή, μια δεύτερη – μεγαλύτερη αυτή τη φορά – ομάδα Αλικαρνασσέων ακολούθησαν την κοινή πορεία των Μικρασιατών προσφύγων προς την Ελλάδα.

Οι περισσότεροι εγκαταστάθηκαν στη Κω, την Κάλυμνο, τον Πειραιά και την Αθήνα.

Εκεί ίδρυσαν σωματείο με την επωνυμία «φιλανθρωπική Ένωση Αλικαρνασσέων Αθηνών ο Ηρόδοτος», στη συνέχεια όμως μεταφέρθηκαν στο Ηράκλειο, όπου διέμεναν σε δημόσια ή ιδιωτικά κτήρια στην περιοχή Ακ Τάμπια, στα παραπήγματα της Χανιώπορτας, στο Βαλιδέ τζαμί, στους τουρκικούς στρατώνες και στα τουρκικά μετόχια του Κατσαμπά .

Και παρόλο που η πρώτη αυτή γενιά των προσφύγων πίστευε ότι αργά ή γρήγορα θα ξαναγύριζε στη γενέτειρα της, η υπογραφή της Συνθήκης της Λωζάνης (24 Ιουλίου 1923) και η χωριστή ελληνοτουρκική σύμβαση (30 Ιανουαρίου 1923), η οποία ρύθμιζε την υποχρεωτική ανταλλαγή των πληθυσμών, τερμάτισαν με βίαιο τρόπο τη μακραίωνη Ελληνική παρουσία στη Μικρά Ασία.

Η σύμβαση αυτή συμφωνήθηκε απευθείας μεταξύ Ελευθερίου Βενιζέλου και Ισμέτ Ινονού (Τούρκος πρωθυπουργός).

Ο Βρετανός πολιτικός και πρωθυπουργός Λόιντ Τζορτζ με σφοδρότητα κατήγγειλε τη συνθήκη: «ως κορύφωση της αδικίας και μέγιστο κακό για ολόκληρη την ανθρωπότητα», και πως «…ουδείς υποστηρίζει ότι η συνθήκη αυτή αποτελεί έντιμον ειρήνην. Δεν είναι απλώς ειρήνη. Η πυρπόλησις της Σμύρνης και η ψύχραιμος σφαγή δεκάδων χιλιάδων Ελλήνων εν τω εσωτερικώ της Μικράς Aσίας και στον Πόντο αποδεικνύει ότι ο Tούρκος παραμένει πάντοτε ο ίδιος».

O πρόξενος των ΗΠΑ στη Σμύρνη Τζόρτζ Χόρτον, θα τονίσει ότι «…την εποχή των συνδιασκέψεων στη Λωζάνη αλλά και μετά την ολοκλήρωσή της σε συμφωνία, υποστήριξα δημοσίως ότι οι αμερικανικές αποστολές στο εξωτερικό έπρεπε να αντιδράσουν σ’ σ’ αυτήν την άθλια συνθήκη…όσοι συμμετείχαν στη συνδιάσκεψη της Λωζάνης είχαν αποφασίσει να ενεργήσουν με γνώμονα την προστασία των πετρελαϊκών συμφερόντων τα οποία και πρωταγωνιστούσαν παρασκηνιακά. Πρόθυμα δηλώνω και υποστηρίζω ότι οι εξελίξεις που κατέστησαν δυνατή την υπογραφή της συνθήκης της Λωζάνης καθορίστηκαν από τα πετρελαϊκά συμφέροντα. Στον αγώνα δρόμου που έγινε για το ποιος θα εξασφάλιζε πρώτος την εύνοια της Τουρκίας, το νήμα κόπηκε από Αμερικανούς. Αντικείμενο όλων των διαπραγματεύσεων ήταν η Μοσούλη και το δικαίωμα για μια θέση στα πετρέλαια».
Με τη σειρά του, ο Μουσολίνι θα πει στον Έλληνα υπουργό εξωτερικών Αλεξανδρή όταν ο τελευταίος τον επισκέφτηκε στη Ρώμη ότι, «…αι αποφάσεις της Λωζάννης είναι άδικοι δια την Ελλάδαν».

Περίπου 1.300.000 Έλληνες εγκατέλειψαν τις πατρογονικές εστίες και ήρθαν πρόσφυγες στη Ελλάδα, ενώ 500.000 Τούρκοι ακολούθησαν τον αντίστροφο δρόμο. Εξαιρέθηκαν οι Έλληνες της Κων/λης και των δύο νησιών στην είσοδο των Δαρδανελίων, της Ίμβρου και της Τενέδου καθώς και οι Μουσουλμάνοι της δυτικής Θράκης.

Ο Μάρκος Βαμβακάρης, Σκυριανός στην καταγωγή, περιέγραψε με τον δικό του μοναδικό τρόπο την «υποδοχή» που δέχθηκαν οι πρόσφυγες:

«Έμενε ο κόσμος στα βαγόνια των σιδηροδρόμων. Έμενε εκεί που είχε καμιά αποθήκη εγκαταλειμμένη. Τσαντήρια κάνανε. Καταστροφή, μεγάλη καταστροφή. Να μην ξαναδούν τα μάτια μας τέτοια πράγματα. Το τι τραβήξανε αυτοί οι άνθρωποι δεν λέγεται. Ατιμαστήκανε. Γίνανε χάλια, χάλια, χάλια. Άσε που ήταν ατιμασμένοι από κει με τους Τούρκους που τους καταδιώκανε. Και κατόπιν εδώ που ήρθανε τα ίδια. Προσπαθήσανε, κάνανε χίλια δυό να βρίσκουνε το ψωμί τους, μέχρι να βρουν ένα σπίτι να κάτσουνε. Αν ένας πατέρας είχε πέντε-έξη παιδιά και κορίτσια, άλλα άρπαγε ο ένας από δω, άλλα ο άλλος από κει. Καταστροφή μάνα μου… Και οι ντόπιοι δεν τους έβλεπαν με καλό μάτι. Αλλά τους βρίζανε. Χίλια δυό. Φύγετε από δω ρε! Πηγαίνετε παρά πέρα. Δεν τους κοιτάζανε. Δεν είχαν την αγάπη να πουν για στάσου, συγγενείς μας είναι, Έλληνες πραγματικοί. Να τους αγκαλιάσουμε. Δεν έγινε αυτό το πράμα, εγώ δηλαδή τι είδα. Μπορεί αλλού. Ήθελαν να τους κλέψουνε οι κλεφταράδες που ήταν εδώ πέρα. Ν’ αρπάξουν ό,τι είχαν. Να τους κλέψουνε, να τους γελάσουνε. Απατεώνες…».

 

 

Η μετακίνηση των Πληθυσμών

Η αναγκαστική αυτή μετακίνηση του ελληνικού πληθυσμού στον κυρίως ελλαδικό χώρο εμφανίζεται ως αποτέλεσμα συστηματικών και καλά οργανωμένων από τις τουρκικές κυβερνήσεις διωγμών.

Οι Μικρασιάτες διώκονται εξαιτίας της εθνικής τους ταυτότητας. Βασική επιδίωξη της τουρκικής πλευράς ήταν η εξαφάνιση του ελληνικού στοιχείου από την Μ. Ασία, ώστε να μπορεί να διεκδικήσει τα εδάφη αυτά, επικαλούμενη την εθνική ομοιογένεια του πληθυσμού και η ταυτόχρονη αποδυνάμωση του ελληνικού κράτους εξαιτίας της πληθυσμιακής έκρηξης που προκλήθηκε.

Οι διωγμοί των Τούρκων εις βάρος των Ελλήνων διαφοροποιούνται σε ένταση με την πάροδο των χρόνων ανάλογα με τις πολιτικές συνθήκες της εποχής.

Από το 1908, που εμφανίζεται το κίνημα των Νεότουρκων μέχρι το 1912/13 οι διωγμοί έχουν τη μορφή μεμονωμένων δολοφονιών και δημεύσεων περιουσιακών στοιχείων.

Από το 1912 μέχρι το 1914 , την περίοδο των Βαλκανικών πολέμων μέχρι την έναρξη του Α’ παγκόσμιου πολέμου, η μαζική εξόντωση των Ελλήνων αρχίζει να γίνεται απροκάλυπτα ενώ κατά την διάρκεια του Α΄ παγκοσμίου πολέμου (1914 – 1918) παρατηρούνται σφαγές, διώξεις, πυρπολήσεις πόλεων και χωριών, εξορίες προς την ενδοχώρα της Τουρκίας, βίαιοι εκτουρκισμοί.
Η ένταση των διωγμών κορυφώνεται την περίοδο διακυβέρνησης του Κεμάλ (1919 – 1922) κατά την οποίαν φονεύονται με αποτρόπαια βασανιστήρια χιλιάδες Έλληνες. Αναπότρεπτη κατάληξη και κορυφαία εκδήλωση της οργής των Τούρκων αποτελεί η πυρπόληση της Σμύρνης και η συνακόλουθη Μικρασιατική καταστροφή.
Όσοι Μικρασιάτες Έλληνες κατορθώνουν να επιβιώσουν γίνονται πρόσφυγες στην ίδια τους την πατρίδα, τη «Μητέρα – Ελλάδα».

Η αντίδραση της ελληνικής κυβέρνησης που εκφράζει το γενικότερο λαϊκό αίσθημα της εποχής αποτυπώνεται στο παρακάτω ψήφισμα του Ελληνικού Κοινοβουλίου (1921):

«Η Γ΄ εν Αθήναις Συντακτική των Ελλήνων Συνέλευσις μετά φρίκης ακούσασα την και ενώπιον αυτής μεμαρτυρημένην και εγκυρον εξιστόρισιν των αγρίων σφαγών και της κατόπιν διαγεγγραμμένου σχεδίου επιδιωχθείσης συστηματικής ολοσχερούς εξοντώσεως των ελληνικών πληθυσμών υπό των οργάνων της Τουρκικής Κυβερνήσεως κατά τη διάρκεια του παγκοσμίου πολέμου εν Θράκη, Πόντω και Μ. Ασία, λαμβάνουσα δε υπ’ όψιν, ότι το εξοντωτικόν έργον συνεχίζεται και μετά την ανακωχήν και την υπογραφήν της ειρήνης υπό των υπολειφθέντων αδελφών εν ταις υπό των εθνικιστικών οργανώσεων του Μουσταφά Κεμάλ, κατεχομέναις εισέτι Ελληνικαίς χώραις

Ψηφίζει

Καταγγέλλει επισήμως ενώπιον του πεπολιτισμένου κόσμου τας ανηκούστους ταύτας φρικαλεότητας και διαδηλοί δια του εντονωτέρου τρόπου ότι η εθνική συνείδησις δεν δύναται πλέον ν’ανεχθή, όπως παραμένωσι του λοιπού Έλληνες υπό τον ζυγόν, αφού οι οπωσδήποτε κυβερνώντες εν Τουρκία κατεδείχθησαν ανίκανοι να διοικώσιν ετερογενείς και ετερόθρησκους πληθυσμούς και δια των απανθρώπων αυτών μεθόδων ατιμάζουσι την σύγχρονον ανθρωπότητα και τον πολιτισμόν».

 

Από τους κατοίκους των Δυτικών Παραλίων της Μ. Ασίας η αντίδραση ήταν ενστικτώδης. Φυγή, από την πατρική τους γη σήμαινε εμμονή στη ζωή. Ουσιαστικά ο πρώτος διωγμός των Ελλήνων της Μ. Ασίας αρχίζει το 1914. Τότε, παρατηρείται και η σταδιακή άφιξη Μικρασιατών προσφύγων στην Κρήτη και ειδικότερα στο Ηράκλειο.

Από το 1915- 1919 φιλοξενήθηκαν στο Ηράκλειο γύρω στις 1.500 οικογένειες από τη Μ. Ασία και τα Δωδεκάνησα, περίπου 6.000 άτομα, με καταγωγή από Τσεσμέ, Καραμπουρνά, Αλικαρνασσό, Αϊδίνι, Φώκαια και Βουρλά.

Με τη λήξη του Α΄ παγκοσμίου πολέμου, οι περισσότεροι επιστέφουν στις εστίες τους, ηθικά ενισχυμένοι.

Ιδιαίτερα μετά το Μάιο του 1919 οπότε ο ελληνικός στρατός αναλαμβάνει προσωρινά τη διοίκηση της Σμύρνης, που αργότερα επεκτείνεται σε ολόκληρο το Βιλαέτι Αϊδινίου.

Οι νέες προστριβές Ελλήνων – Τούρκων αναγκάζουν πολλούς να μετακινηθούν στη Σμύρνη και τα περίχωρα της για λόγους ασφαλείας. Ανάμεσα τους βρίσκονται αρκετοί Αλικαρνασσείς.

Το 1921 υπάρχει, βέβαια και ένας αριθμός προσφύγων που είχαν παραμείνει στο Ηράκλειο από την περίοδο του Α’ διωγμού και προέρχεται κυρίως από την Αλικαρνασσό και το Αϊδίνι.

Μετά το 1922, οι Μικρασιάτες δεν θα επιστρέψουν ποτέ στις ιδιαίτερες πατρίδες τους παρά μόνο ως επισκέπτες. Το χριστιανικό στοιχείο είναι ανύπαρκτο πια στα παράλια της Μ. Ασίας. Το ίδιο ισχύει και για την Παλιά Αλικαρνασσό.:

«Μπόντρουμ γιόκ, Μπόντρουμ γιόκ, μας κοροιδεύκανε οι Τούρκοι» μαρτυρεί η Αννέζα Μαυρουδή , πρόσφυγας πρώτης γενιάς Ν. Αλικαρνασσού, φράση που για πολλά χρόνια ηχούσε εφιαλτικά στις ψυχές των προσφύγων δηλώνοντας το τέλος μιας εποχής και την αρχή της αναζήτησης μιας νέας πατρίδας.

Το 1914 με την ανακοίνωση της υποχρεωτικής επιστράτευσης στο τουρκικό στρατό , αρχίζει για τους Αλικαρνασσείς η εποχή της προσφυγιάς.

«Από τον πρώτο χρόνο που έγινε το Σεφερμπελίκ, στα 1914 άρχισε να αδειάζει το Πετρούμι από τους Χριστιανούς. Μέσα σε ένα χρόνο κανένας δεν έμεινε. Στρατιώτες στο τουρκικό στρατό ελάχιστοι πήγανε. Είχαμε βλέπεις τη θάλασσα και τα καΐκια και μόλις είδαμε τα σκούρα , όλοι περάσαμε στα νησιά. Κάθε βράδυ έφευγε και καΐκι με χριστιανικές οικογένειες».

«Κατεβαίνανε στη θάλασσα και πληρώνανε καΐκι 20 λίρες και τσ’επαίρνανε. Να πάνε το βράδυ ν’ ανάψουνε κάνα φως, να φύουνε».

Η θάλασσα και η εμπειρία τους λόγω της ενασχόλησης τους με τη ναυτιλία και την αλιεία διευκόλυνε τη φυγή τους. Επιβιβάζονταν στα ιδιόκτητα καΐκια τους ή σε ελληνικά καΐκια ναυλωμένα με αδρή αμοιβή για να γλιτώσουν τους θηριώδεις διωγμούς των Τούρκων, για να ζήσουν.

Έφευγαν «στα κρυφά και με πονηριές και με γνωριμίες και με χρήματα». Οι άνδρες, μάλιστα, πολλές φορές μεταμφιέζονταν σε γριές γυναίκες ή γέρους προκειμένου να μη συλληφθούν από τους Τούρκους.

Η λιποταξία τους, αποδυνάμωνε το εχθρικό πολεμικό δυναμικό και ταυτόχρονα ενίσχυε το ελληνικό στοιχείο στον Ελλαδικό χώρο. Η ακούσια, όμως, εγκατάλειψη της πατρικής τους γης, ο ξεριζωμός τους, τους δημιούργησε ένα αίσθημα απώλειας καθολικό. Η πικρά τους αποτυπώνεται χαρακτηριστικά στο παρακάτω λογοτεχνικό απόσπασμα:

«Καρσί, στα μικρασιάτικα παράλια αναβοσβήνουνε φωτάκια, αναβοσβήνουνε μάτια. Καρσί αφήσαμε συγυρισμένα σπίτια, κλειδωμένες σερμαγιές, στεφάνια στο κονοστάσι, προγόνους στα κοιμητήρια. Αφήσαμε παιδία και γονιούς και αδέρφια. Νεκροί άταφοι. Ζωντανοί δίχως σπίτια. Βρικολακιασμένα όνειρα. Εκεί. Καρσί, ήταν ίσαμε χτες η πατρίδα μας!» (Διδώ Σωτηρίου ,Ματωμένα Χωματα).

Οι περισσότεροι Αλικαρνασσείς πέρασαν απέναντι στα Δωδεκάνησα που βρίσκονταν τότε υπό Ιταλική διοίκηση (Κω, Κάλυμνο, Ψέρημο, Λέρο). Εκεί συνάντησαν πολλές δυσκολίες κυρίως γιατί οι Ιταλοί δεν επέτρεπαν την αποβίβαση των προσφύγων για να αποτρέψουν την ενίσχυση του ελληνικού πληθυσμού.

«Περάσαμε, λοιπόν, με το καΐκι Κω, μπήκαμε μεσ’ το λιμάνι. σαν πήγαμε όμως να κατεβούμε ήρθανε Ιταλοί λιμενικοί και απαγορεύανε να πατήσουμε το πόδι μας στη Κω. Ιταλική κατοχή ήτανε τότες τα Δωδεκάνησα. Μείναμε στο καΐκι μεσ’ το λιμάνι, τη νύχτα, και πρωί – πρωί ,μόλις πήρε να φέγγει, κινήσαμε για Κάλυμνο».

Συνήθως, αποβιβάζονταν κρυφά σε απόμερες βραχώδεις παραλίες.

«Το καΐκι ήτανε γεμάτο γυναίκες και παιδία. Ένα άνδρα μόνο, τον είχανε προστάτη. Φτάσανε στη Κω αλλά οι Ιταλοί τους έδιωξαν. Μετά πήγανε από πίσω και κατεβήκανε σε κάτι βράχια, μείνανε λίγες μέρες, αλλά δεν είχε ψωμί. Κινήσανε για Κάλυμνο. Εκεί γεννήθηκα εγώ. Δυσκολευτήκανε, τους βοηθούσανε βέβαια όπως μπορούσανε οι Καλύμνιοι. Η μάνα μου, λέει, έδινε χρυσαφικά για να πάρει αλεύρι, να μας ταΐσει. Ο πατέρας μου ήταν Αμερική».

Παρά τις δυσκολίες κάποιοι Αλικαρνασσείς αστοί με σχετική οικονομική ευχέρεια κατορθώνουν να παραμείνουν νόμιμα στα Δωδεκάνησα, εκδίδουν ιταλική ταυτότητα, με το καιρό στήνουν τις μικροεπιχειρήσεις και τα νοικοκυριά τους.

Οι λίγοι μορφωμένοι βρίσκουν καταφύγιο στο Πειραιά και την Αθήνα όπου αργότερα ιδρύθηκε η “Φιλανθρωπική Ένωση Αλικαρνασσέων Αθηνών ο «ΗΡΟΔΟΤΟΣ» και εκδίδεται η εφημερίδα «Αλικαρνασσός» (έτος ίδρυσης 1933).

Μια άλλη μικρή ομάδα, κυρίως άνδρες, μεταναστεύουν στην Αμερική, ήδη από την περίοδο του πρώτου διωγμού, προς αναζήτηση εργασίας. Εγκαταστάθηκαν κυρίως στο ‘‘Campbell – Ohio” και ελάχιστοι στην περιφέρεια ‘‘Μποστον” όπου εργάστηκαν σκληρά για να ορθοποδήσουν.

«Εζήσαμε όλα μας τα χρόνια λυπημένοι και φοβισμένοι επειδή όλα ήταν δι’ ημάς ξένα, η γλώσσα, τα ήθη και τα έθιμα, το περιβάλλον ανάμεσα σε αγνώστους ανθρώπους. Από δουλείες ήταν δύσκολο να βρούμε και να βρίσκαμε καμία δεν μας επλήρωναν αρκετά να καλυφθούν τα έξοδα».

 

Κάπως έτσι ξεκινά και η οικογενειακή ιστορία να γράφεται για τον Μιχάλη Ψαρρό της KPS Capital Partners, έναν απ’ τους πλουσιότερους Ελληνοαμερικανούς σύμφωνα με τον κατάλογο που δημοσίευσε η National Herald

«Και οι τέσσερις πρόγονοί μου ήταν μετανάστες… Η οικογένεια του πατέρα μου ήρθε διωγμένη απ’ τα Ματωμένα Χώματα της Μ. Ασίας … Ξεκληρίστηκε στη Μικρασιατική γενοκτονία … εκεί στην Αλικαρνασσό… είναι πρότυπα για μένα οι πρόγονοί μου… μου δίδαξαν ήθος, κουράγιο και  θάρρος μαζί, το φιλότιμο  και την έννοια της  φήμης…» –εξηγεί στην Hellenic News of America – ο κ. Ψαρρός.

«Δεν υπάρχει τίποτε σημαντικότερο από το όνομά μας… την ιστορία μας»…

Στο μότο αυτό έχτισε εξάλλου την αυτοκρατορία της Εταιρίας του που μπορεί να διαχειρίζεται 5.5 δις δολάρια, το χαρτοφυλάκιο της KPS FUNDS να μετρά στα 4,5 δις τα ετήσια έσοδά του με 93 μονάδες παραγωγής σε 23 χώρες ανά τον κόσμο και 40.000 συνεργάτες, ο ίδιος όμως αρέσκεται να τονίζει πως :

«η σπουδαιότερη επένδυσή του είναι η Οικογένεια, οι Συνεργάτες του που είναι κατ’ έναν τρόπο μέλη της οικογένειά του και η πατρίδα του…απ’ τη μεριά της μάνας του τα Μαστιχοχώρια της Χίου … ο Όλυμπος και απ’ την μεριά του πατέρα η Αλικαρνασσός»…

Το γραφείο του στο κέντρο του κόσμου στη Νέα Υόρκη … ούτε θυμάμαι πόσους ορόφους ανεβήκαμε για να συναντήσουμε τον κορυφαίο των επενδύσεων στην Αμερική,  στην κορυφή ενός ουρανοξύστη της Wall Street… ..Πτυχία, διακρίσεις, βραβεία, οι φωτογραφίες της συζύγου του Ρόμπιν και των παιδιών του μας υποδέχονται… η Αλεξάνδρα ο Λεωνίδας και η Μαρίνα… δίπλα ο Ντέϊβιντ, η Ρακέλ και ο Τζέι (οι συνεργάτες του)…

«Ο Ντέιβιντ είναι ο μεγάλος αδερφός που ποτέ δεν είχα… κι ο Τζέϊ το στερνοπαίδι… την Ρακέλ την έχουμε σαν αδερφή μας… 25 χρόνια τώρα είμαστε αχώριστοι… Δεν τους ξεχωρίζω από οικογένειά μου»

Στο ασανσέρ κάνω προπόνηση με τον καθρέφτη τα αγγλικά μου.. δεν έχω ρωτήσει προηγούμενα σε ποια γλώσσα θα πάρω τη συνέντευξη και είμαι σχεδόν βεβαία ότι θα χρειαστεί να οπλιστώ με θάρρος για να κατανοήσω οικονομοτεχνικούς όρους στην Αγγλική … και φαντάζομαι έναν άνθρωπο απόμακρο με τα κινητά και τα σταθερά τηλέφωνα να χτυπούν διαρκώς… βλέμμα ψυχρό και αδιάφορο και έντονη προσωπικότητα που δεν αφήνει περιθώρια για συναισθηματισμούς και ειλικρινείς απαντήσεις…

Με διαψεύδει παντελώς… μιλά καθαρά ελληνικά…

(«οι γονείς μου γεννήθηκαν στη Δυτική Βιρτζίνια όπως κι εγώ… ξεκίνησα να μαθαίνω ελληνικά στο σχολείο… με φρόντιζαν στο σπίτι οι παππούδες κι οι γιαγιάδες μου και μου μιλούσαν μόνο ελληνικά»)…

έχει ένα βλέμμα γεμάτο αγάπη και λαχτάρα να ακούσει τον συνέλληνα

 («η Ελλάδα είναι η πιο όμορφη χώρα του κόσμου γιατί έχει τους Έλληνες –μου λέει- είναι ο ουρανός της, το μπλε, το γαλάζιο, το κλίμα, το Αιγαίο, η ιστορία, ο Θεμιστοκλής, ο Ευρυβιάδης, ο Μέγας Αλέξανδρος…είναι ο χαρακτήρας μας… η φιλοξενία μας… δεν έχουν σημασία ούτε τα πλούτη ούτε η δόξα…εμείς έχουμε να περηφανευόμαστε για τη γενιά μας…και την ένδοξη ιστορία μας»…)

… με κάνει να νοιώσω οικεία με το «καλημέρα» μιλώντας μου για το project “PISTEVO” ένα ντοκιμαντέρ 18 λεπτών που δημιούργησε για να υμνήσει τη σημασία της Ορθοδοξίας και πόσο άρρηκτα είναι συνδεδεμένη η πίστη μας με τη ρίζα μας… αποτυπώνοντας την αγιογράφηση της Ενορίας του στο Γουίρτον Γουέστ της Βιρτζίνια 35 μίλια έξω απ’ το Πίτσπουργκ της Πενσυλβάνια…

«οι άνθρωποι που ζούνε μέσα στους τοίχους της εκκλησίας, μπαμπά, τραγουδάνε…, μου είπε κάποια Χριστούγεννα η κόρη μου η Μαρία που θα’ ταν 5-6 χρονών και μ’ έμαθε να παρατηρώ τους Αγίους με την αγνότητα της ψυχής της… Έτσι ξεκίνησαν όλα.. και με τον π. Ηλία αποφασίσαμε να προχωρήσουμε στην Αγιογράφηση του Ναού και ταυτόχρονα να καταγράφουμε απ’ τις σκαλωσιές ως την αποπεράτωσή του κάθε λεπτομέρεια με ένα επαγγελματία του χώρου τον σκηνοθέτη και παραγωγό Μάρκ Μπρόντι που πήρε συνεντεύξεις απ’ τα μέλη της Ελληνικής Κοινότητας και κατέδειξε με το ντοκιμαντέρ του την ωραιότητα της Ορθοδοξίας ως βίωμα κι αλήθεια…»

… με βάζει στα παπούτσια του και με πηγαίνει ίσα στη ψυχή του…

«…θέλω να χρηματοδοτήσω  μια ταινία για το ΄22…θα είναι ένας φόρος τιμής στους δικούς μου…  Κάθε Αύγουστο εδώ στην εκκλησία που έχουμε στην Αμερική ανάβω ένα κερί στη μνήμη όλων των αδικοχαμένων Ελλήνων της Μικρασιατικής Καταστροφής…

…(δακρύζει…)

Παίρνει στα χέρια του με ευλάβεια σχεδόν τη φωτογραφία του παππού του και μου λέει…

 «Κοίταξε… αυτός είναι ο παππούς μου… πολεμοπαθής κι ορφανός … πέντε χρονών αναγκάστηκε να δει τη σκληρότητα του κόσμου και να χάσει τους πάντες και τα πάντα … εκπατρίστηκε βίαια…

Τον ρωτώ αν επιχείρησε να ταξιδέψει ως εκεί για να βρει κάτι από το παρελθόν του…

«Μια μόνο φορά το τόλμησα… πήγα με τους γονείς και την οικογένειά μου.. κλάψαμε κι εγώ κι ο μπαμπάς μου όταν ήμασταν στο καράβι … αντικρίζοντας το λιμάνι της Αλικαρνασσού ταραχτήκαμε … οι Τούρκοι θα έχουν ίσαμε 100-200 σημαίες  στην παραλία… κάθε ένα μέτρο και σημαία.. Κλάψαμε… κλάψαμε πολύ κι οι δυο μας…γιατί όταν πατήσαμε το πόδι μας στη γη… ήταν πατρίδα… σπίτι… ρίζα…γονίδιο…dna…Δεν κατανοώ σε τι ωφελούν όλες αυτές οι σημαίες…είναι σαν να θέλουν να φωνάξουν είναι δική μας τώρα η πατρίδα σας… θα αρκούσε μια «συγνώμη» τους… αντί για εθνόσημα… μια λέξη απλή… «Ι’ m sorry”! … το πιστεύεις?… ακόμη φυλάγομαι…(!)»

Αναρωτιέμαι αν είχαν κρατήσει τα κλειδιά απ’ το σπίτι των προγόνων και τον ρωτώ ευθέως

«Φωτογραφία έχουμε κρατημένη από τα χρόνια πριν την Καταστροφή… το σπίτι φαίνεται καθαρά… ήταν πολύ κοντά στο λιμάνι… μα δεν πήγαμε… τα βήματα δεν πήγαιναν… δύσκολη στιγμή… κόμπος στο λαιμό η μνήμη… δύσκολη μέρα…»

 

 

Η Γενοκτονία των Ελλήνων της Μικράς Ασίας από το Τουρκικό Κράτος, με τον Ν. 2645 της 9/13-10-1998 (ΦΕΚ Α~ 234), που ψήφισε η Βουλή των Ελλήνων, καθιερώθηκε  την 14η Σεπτεμβρίου εκάστου έτους, ως Ημέρα Εθνικής Μνήμης αυτών, ως μία από τις τραγικότερες συμφορές της ιστορίας του ελληνικού έθνους.