Μια φτωχή χώρα ήταν η Ελλάδα στην αυγή της δεκαετίας του ’50. Συγκλονισμένη από τον εμφύλιο και με μεγάλο ποσοστό αναλφάβητου πληθυσμού. Πάλευε, η μικρή αυτή χώρα, να σταθεί στα πόδια της με τις δικές της δυνάμεις. Πληγωμένη μεν, περήφανη δε. Οι απλοί πολίτες, που μεγάλος αριθμός τους  δεν είχε ανώτατη μόρφωση, προσγειωμένοι στην πραγματικότητα προσπαθούσαν να κάνουν τις μέρες καλύτερες. Και ο αγώνας αυτός στις περισσότερες περιπτώσεις, γινόταν με τον σωστό τρόπο. Χωρίς εμβριθείς αναλύσεις, χωρίς φραστικά πυροτεχνήματα, χωρίς φανφάρες. Με απλότητα και ησυχία. Υπήρχε μια κάποια πίστη όσο και σεβασμός όπως και να το δούμε, στις έννοιες «πολιτεία», «κράτος δικαίου», «νόμος».

Μετά  άρχισε η… μόρφωση! Τα πτυχία, οι αντιπαροχές, οι επενδύσεις σε διαμερίσματα και εξοχικά ικανών τετραγωνικών, τα ταξίδια και οι «μοντέρνες» ορολογίες, τα φτηνά ιδεολογήματα, ο κίβδηλος συνδικαλισμός, οι περίεργες ερμηνείες και εφαρμογές της νομοθεσίας, ο διαχωρισμός των εργασιών με κύρος από τις άλλες τις «παρακατιανές» που ανέλαβαν οι αλλοδαποί. Να αναφέρουμε επίσης και την αρπαγή – ληστεία της δημόσιας περιουσίας σε δάση και παραλίες, ώστε να ανυψωθούν γρήγορα τα αυθαίρετα, χωρίς να πληρωθούν βεβαίως οι φόροι και οι εισφορές, ενώ η Πολιτεία έσπευδε να τα νομιμοποιήσει με διάφορα τερτίπια. Ο εύκολος δανεισμός κονιορτοποίησε κάθε είδους φραγμό. Η ευκολία, με μια υπογραφή και μόνο, να εκταμιευθεί μεγάλο ποσό χρημάτων οδήγησε πολλούς σε αυτή την κατά περίπτωση, «μοιραία» υπογραφή. Βέβαια δεν παραλείπαμε να επιλέγουμε τους πολιτικούς εκείνους που χάιδευαν τα αυτάκια μας, ενώ οργανωθήκαμε σε κόμματα με σκοπό να βάλουμε τα παιδιά μας στο δημόσιο, αλλά και να βαφτιστούμε νόμιμοι σε κάθε παρανομία μας. Κάπου εκεί έπαψε η λογική να εποπτεύει τις πράξεις  Ξεχάσαμε νόμους, ηθική, μέτρο. Ξεχάσαμε το ίδιο το παρελθόν μας. Πιστέψαμε ότι … αφού βολευτήκαμε όλα θα πάνε καλά. Ίσως με όλες αυτές τις παραπάνω πράξεις, οι οποίες αποτελούν προϊόν εσφαλμένου τρόπου ερμηνείας της πραγματικής ζωής, καταλήξαμε στην απαξίωση της Πολιτείας: ένα κοινοβούλιο ανεύθυνο και ανήμπορο να πραγματώσει την γνήσια λαϊκή βούληση, τα άρθρα του συντάγματος να καταργούνται επί της ουσίας, και οι βουλευτές για να εξασφαλίσουν τα προνόμιά τους, να υποτάσσονται στις διαταγές του εκάστοτε ηγεμονίσκου τους.

Έτσι παρουσιάστηκε και ένα  έκτρωμα νεοέλληνα: αυτό του «μάγκα» που νομίζει την ηλιθιότητα εξυπνάδα και ως ψυχοπαθής πιστεύει ότι η καταστρατήγηση της κάθε νομοθεσίας αποτελεί ηρωική πράξη πιστεύοντας τον εαυτό του αγωνιστή και εκπρόσωπο της ελληνικής κοινωνίας. Στον αντίποδα οι πνευματικοί άνθρωποι δεν σιωπούν. Τουλάχιστον όχι όλοι. Ενδεικτικά παραθέτουμε λίγες γραμμές από εντελώς πρόσφατη αρθογραφία στην εφημερίδα «Καθημερινή», του καθηγητή και διανοούμενου Χρήστου Γιανναρά με τίτλο: «Θρηνητική ειλικρίνεια», ο οποίος σημειώνει μεταξύ άλλων: «(…)Nα ευχηθείς τι στις νεκρές ψυχές των παραλογιασμένων από την απόγνωση ανέργων, εκατοντάδες χιλιάδων, που ξεκινάνε σήμερα την τρίτη, τέταρτη, πέμπτη χρονιά ανέλπιδης επιβίωσης, δίχως ίχνος από φως στο οποιοδήποτε βάθος του τούνελ. Nα ευχηθείς ποια ρεαλιστική ευχή στη νεολαία των δύσκολων πτυχίων, των πρόσθετων μεταπτυχιακών και της άνετης γλωσσομάθειας, που νιώθει τυχερή δουλεύοντας ραγιάς, σε δεκάωρο και δωδεκάωρο μαγκάνι, με εφτά κατοστάρικα μηνιάτικο. O κάθε χυδαίος, ευνοημένος τυχάρπαστος «επενδυτής» μπορεί να καταλύει κάθε ίχνος «κοινωνικού κράτους» επιβάλλοντας εργασιακό μεσαίωνα απανθρωπίας, αποκλείοντας όνειρα προσωπικής ζωής στις ψυχές που εν ψυχρώ καταρρακώνει. Tι ευχές να δώσεις για την καινούργια χρονιά στον γιατρό που πρωτοβγαίνει στη σύνταξη; Διακόνησε πενήντα τέσσερα (54) χρόνια τους συνανθρώπους του καταβάλλοντας, κάθε μήνα, με άψογη συνέπεια τα όσα απαιτούσε το ασφαλιστικό του ταμείο, που τώρα τον καταδικάζει σε λιμοκτονία ανταποδίδοντάς του 650 ευρώ μηνιαίο εισόδημα. Εφιαλτική ανεργία, κακουργηματική εκμετάλλευση της εργασίας, ατίμωση και εξόντωση όσων εμπιστεύθηκαν το κράτος και τους πολιτικούς διαχειριστές του. Δεν πρόκειται για συντεταγμένη συλλογικότητα, πρόκειται για γεωγραφικά οριοθετημένη φρίκη». Το άρθρο κλείνει ως εξής: «Σε μια κοινωνία δίχως ορίζοντες ζωής άλλους από την κατανάλωση, κοινωνία που θεσμοθετεί την εθελοδουλία της με μνημόνια, μόνο μια ευχή χωράει: Kαλή ανάσταση.»

Το παρελθόν πρέπει να διδάσκει. Και αφού πρέπει να διδάσκει ας θυμηθούμε πως η ρήση η οποία εκπορεύεται από τις εκάστοτε χρηματοοικονομικές εξουσίες ότι δηλαδή «τίποτε δεν αλλάζει.» είναι απόλυτα ηλίθια όσο και απόλυτα ψευδής. Η ίδια η ιστορία υπαγορεύει πως τα πάντα, υπό προϋποθέσεις, αλλάζουν. Καμία ελπίδα δεν χάνεται όταν είναι ακλόνητη, εδραιώνεται στην ανυποχώρητη πίστη και αποτελεί αιτία γένεσις πράξεως. Η φράση «τίποτε δεν αλλάζει» αποσκοπεί να σκοτώσει την ελπίδα. Την ελπίδα που θα δημιουργήσει την πράξη. Την πράξη εκείνη που  εκπορευόμενη από την βούληση του λαού θα διαλύσει την υφιστάμενη ζοφερή πραγματικότητα των μνημονίων. Αρκεί βεβαίως να εξελιχθούμε ως υπάρξεις ανθρώπινες, να αφήσουμε πίσω τις σκέψεις  που χαμηλώνουν τον εαυτό μας και καταστρέφουν την κατά φύση υγιή συνύρπαξη με τους άλλους συμπολίτες μας, ανελίσσοντας τα πνευματικά μας χαρίσματα όσο και την ψυχική δύναμη η οποία επιβάλλεται για να τα στηρίξει.