«Της Κατοχής – μνήμες μικρές σαν χρέος» και αφορούν στις διηγήσεις εκείνες που διαδραματίζονται στον Πειραιά.

https://www.youtube.com/watch?v=0w0_eGjspeo

1 Τα κείμενα είναι επιλογή από το βιβλίο του Τάκη Μπενά: «Της Κατοχής – μνήμες μικρές σαν χρέος» και αφορούν στις διηγήσεις εκείνες που διαδραματίζονται στον Πειραιά.

Η επιμέλεια είναι της Κλεάνθης Σιφνίου.

Α. ΚΑΤΟΧΗ ΚΑΙ ΠΕΙΝΑ 1. ΑΕΡΑΑΑΑΑ… Τέλη Μάη του ΄41. Τα σχολειά ξανάνοιξαν και ξαναπιάσαμε το νήμα εκεί που κόπηκε την αυγή της 28ης Οκτωβρίου 1940. Μια περίεργη αίσθηση να πηγαίνεις πρωί πρωί για το σχολειό και να περπατάς στους δικούς σου δρόμους, στους γνωστούς, ανάκατα με τους Γερμανούς. Όλοι μας μελαγχολικοί, κατσούφηδες. Και οι καθηγητές το ίδιο. Κάποιες παλιές συνήθειες, να μαζευόμαστε κάνα τέταρτο πριν το κουδούνι στην πλατεία Κοραή και να παίζουμε μπάλα, τις κόψαμε. Καμιά διάθεση για παιχνίδι. Μαζευόμασταν όμως σαν πριν και μαύριζε η πλατεία από το παιδομάνι, βούιζε από το σούσουρο. Θα ΄τανε δε θα ΄τανε καμιά βδομάδα που είχαμε ξαναρχίσει το σχολειό όταν εκείνο το πρωινό, κατά τις οχτώ παρά πέντε κι ενώ περιμέναμε το κουδούνι να χτυπήσει, φάνηκαν κάτι αυτοκίνητα φορτηγά με τους πρώτους πρώτους Ιταλούς που μπαίνανε στην πόλη. Μέχρι τότε, τους Ιταλούς τους ξέραμε από τις φωτογραφίες και πιο πολύ

από τις γελοιογραφίες του πολέμου. Έτσι καμαρωτούς, κοκορόφτερους, κάπως ελαφρώς αναιδείς. Μόλις πήρανε τ΄ αμάξια τη στροφή στο σταυροδρόμι και άρχιζαν να περνούν σύρριζα στην πλατεία, τραβώντας για του Βρυώνη, ξέσπασε ο αχός. Καμιά συνεννόηση, ούτε που προλαβαίναμε για κάτι τέτοιο. Ξέσπασε ομαδικά και αυθόρμητα η κραυγή από καμιά εφτακοσαριά στόματα: αέρααααα – αέρααααααα…. Ο κόσμος που διάβαινε πάγωσε. Στις πόρτες των μαγαζιών βγήκαν καταστηματαρχαίοι και υπάλληλοι να δούνε τι γίνεται. Κι εμείς δώστου να φωνάζουμε περισσότερο με μανία, με πλάκα αλλά και με μια οργή που δεν κρυβότανε. Οι μεγάλοι, Πέμπτη και Έκτη τάξη μπροστά, στο ρείθρο της 2 πλατείας και να κουνάμε χέρια, τσάντες, βιβλία. Χαμός. Ξάφνου, το πρώτο φορτηγό φρενάρισε, σταμάτησε και πήδηξε από μπροστά ένας αξιωματικός κι από την καρότσα κάμποσοι φαντάροι. Μας πλησίασε χειρονομώντας άγρια, κατακόκκινος και βρίζοντας, μόνο που δεν καταλαβαίναμε τίποτα. Στο επόμενο λεπτό, καμιά δεκαριά στρατιώτες κινήθηκαν καταπάνω μας με φανερές τις άγριες διαθέσεις τους για ξυλοφόρτωμα. Ο αξιωματικός όμως επεμβαίνει. Τους βάζει τις φωνές, τους μαρμαρώνει και τους στέλνει πίσω. Και τότε, αυτός ο νεαρός ανθυπολοχαγός, μας πλησιάζει ολομόναχος, μας κοιτάζει έντονα και δείχνει τις γροθιές του. Καταλάβαμε. Ζητούσε έναν από μας να τον αντιμετωπίσει. Ένα ψηλό παιδί της Έκτης, γερός και γυμνασμένος από το μπάσκετ, πετάχτηκε αμέσως, βγήκε μπροστά και του κούνησε το κεφάλι. Κι άρχισε τότε ένα ματς πυγμαχίας απίθανο, μέσα στην απόλυτη σιωπή. Δεν κουνιόταν φύλλο. Όλοι μαρμαρωμένοι, μαθητές, διαβάτες, Ιταλοί, παρακολουθούσαμε χωρίς ανάσα τις γροθιές που πέφτανε σύννεφο. Θα κράτησε δυο λεφτά, τρία, όχι πιο πολύ. Γιατί μια ξαφνική αριστερή γροθιά του δικού μας, βρήκε τον Ιταλό στο στόμα και τον πήραν τα αίματα. Σταμάτησε, έβγαλε το μαντίλι του, έδιωξε πάλι πίσω τους φαντάρους που έκαναν να ορμήσουν απάνω μας και μετά πλησίασε το νικητή, του έδωσε το χέρι, χαιρέτησε κι ανέβηκε στ΄ αμάξι που ξεκίνησε τραβώντας πίσω του ολόκληρη τη σταματημένη φάλαγγα. Αυτά γινήκανε έτσι, όπως τα γράφω και ζούμε ακόμα πολλοί που τα θυμόμαστε. Μόνο που τότε, πάνω στην άψα της ηλικίας και της εποχής, δεν μπορούσαμε να καταλάβουμε πολλά πράγματα. Μας έφτανε που νίκησε ο δικός μας. Τον πήραμε σηκωτό μέσα στο σχολειό και βέβαια μάθημα δεν έγινε την πρώτη ώρα. Οι καθηγητές, ρωτούσαν, εμείς διηγούμαστε τι έγινε, γελούσαμε ευχαριστημένοι. Το σχολειό βούιζε σαν μελίσσι. Γίνανε βέβαια και οι απαραίτητες νουθεσίες, να προσέχουμε μη βρούμε κάνα μπελά και τέτοια. Αλλά ποιος άκουγε. Αργότερα, πολύ αργότερα, καθώς η μνήμη ξαναζούσε το περιστατικό και η πείρα το φώτιζε λίγο λίγο, αρχίσαμε κάπως να καταλαβαίνουμε πως «ο άνθρωπος εν πολέμω» δεν είναι πάντα το σαρκοβόρο θηρίο. Και μη με ρωτάτε το όνομα του νικητή. Δεν το θυμάμαι. Ποτέ δεν το κράτησα στη μνήμη μου. Πάντα απαντούσα στον εαυτό μου όταν με ρώταγε, κουνώντας το κεφάλι. Ίσως μια αυθόρμητη, ενστικτώδης στάση προφύλαξης εκείνου του λεβεντόπαιδου που σημάδεψε μέσα στις καρδιές μας το ξεκίνημα της Αντίστασης, που δε θ΄ αργούσε να φτάσει «φοβέρες και μ΄ αίματα». 3 2. ΣΤΡΑΤΟΛΟΓΙΑ Μ΄ ανοιγμένα πια τα σχολειά, η παρέα ξαναβρέθηκε στα παλιά στέκια. Μαθητές της Πέμπτης, που την είχαμε ξεκινήσει πριν την 28η Οκτωβρίου του ΄40 και τώρα τη συνεχίζαμε κάπως αλλιώτικα. Σαν να ΄χαν περάσει χρόνια, σαν να ΄χαμε γεράσει. Καπνίζαμε κιόλας πακέτο. Εκείνο το βραδινό, θα ΄τανε οκτώ – οκτώμισι, ανηφορίζαμε την άσφαλτο από το Πασαλιμάνι όλη η παλιοπαρέα, ο Μπάμπης, ο Βαγγέλης, ο Θανασάκης, ο Σωτήρης κι εγώ, μπορεί και ο Πίπης, δεν καλοθυμάμαι. Ο διάολος τα ΄χε κανονίσει να ΄μαι στην άκρη, τελευταίος και ζοριζόμουνα ν΄ ακούσω κάτι που λέγανε οι άλλοι. Έτσι δεν πρόσεχα και πολύ δίπλα μου, από την άλλη μπάντα. Και κει έγινε. Γιατί καθώς περνούσανε στα δεξιά μου τρεις Γερμανοί, κατηφορίζοντας αυτοί προς το Πασαλιμάνι, κάπου ο αγκώνας μου σκούντησε τον ένα. Γύρισα αυτόματα και είπα μια λέξη. Τη θυμάμαι. Παρντόν. Όπως θα το ΄χα κάνει κι άλλες πολλές φορές στην περατζάδα, στο μεγάλο πλακόστρωτο του καθημερινού μας περίπατου στο Πασαλιμάνι. Μα τώρα επρόκειτο για Γερμανό, Αρία φυλή. Ώσπου να πω το παρντόν, ο γερμαναράς είχε χυθεί απάνω μου και με είχε αρπάξει από το λαιμό. Έσφιγγε δυνατά και φώναζε τα ακαταλαβίστικα γοτθικά του. Το μόνο που ξεχώριζα ήτανε δυο λέξεις: Παρντόν, εεε, παρντόν…. Σαν να μου ΄λεγε πως αυτός ξέρει ότι το ΄κανα επίτηδες να τον σπρώξω και μετά τον κορόιδευα με το παρντόν μου. Ήτανε φανερή η τέτοια του αντίδραση και από τα θυμωμένα του μάτια, πεταμένα έξω, θολά και άγρια, μα και από τη φωνή του. Μια αγριοφωνάρα που έκανε όλους τους διαβάτες να σταθούνε και να παρακολουθούνε τη σκηνή αμίλητοι. Ο λαιμός μου πονούσε, είχα κοκκινίσει από την ασφυξία κι ένιωθα την καρδιά μου να χτυπάει γρήγορα. Το μόνο που θυμόμουνα μετά, ήτανε πως οι άλλοι δυο Γερμανοί κάτι του ΄πανε και μ΄ άφησε βρίζοντας, για να συνεχίσουν το δρόμο τους. Η σκηνή είχε κρατήσει δευτερόλεπτα. Το πολύ ένα 4 λεπτό, όλο κι όλο. Κι όμως. Σ’ αυτό το λεπτό εγώ ΜΠΗΚΑ στην Αντίσταση. Ναι, δε λέω υπερβολές. Εκείνη την ώρα κι ενώ τα παιδιά, οι φίλοι μου με κύκλωσαν, μου συμπαραστέκονταν, μου μίλαγαν, μ’ έβαλαν να κάτσω σ’ ένα σκαλοπάτι για να ξανάβρω την ανάσα μου, εγώ σκεφτόμουνα γρήγορα, πολύ γρήγορα, χωρίς να μιλάω και το ΄νιωσα από κείνη τη στιγμή πως «η σκλαβιά πικρό φαρμάκι». Μ’ έπνιγε και το άδικο, γιατί δεν το ΄χα κάνει επίτηδες αυτό το σκούντημα. Έτυχε. Το ορκίστηκα μέσα μου πως θα τους πολεμήσω. Θα τους χτυπήσω με την πρώτη ευκαιρία, που δεν άργησε και πολύ να έρθει. Αυτός ο άγνωστος γερμαναράς μ’ έβαλε στο Ε.Α.Μ. 3. UNO GATO UNA PANIOTA Δεν υπήρχε πιτσιρικάς στην Κατοχή που να μην ήξερε ετούτη τη γλυκιά λέξη: PANIOTA, λέγανε οι Ιταλοί μια μικρή άσπρη, αφράτη φραντζόλα, από αλεύρι φαρίνα, σαν το δικό μας, το χάσικο ψωμί. Να το βλέπεις ζεστό, μυρουδάτο και να σου τρέχουν τα σάλια. Γρήγορα καταλάβανε οι Ιταλιάνοι τη μεγάλη αξία του και το κάνανε «νόμισμα», μέσο δηλαδή ανταλλαγής, γυρνώντας έτσι μερικές χιλιάδες χρόνια πίσω, τότε που οι άνθρωποι ανταλλάσσανε είδος με είδος. Η PANIOTA χρησίμευε στους Ιταλούς για λογιών λογιών ανταλλαγές και …εξαγορές. Για τον απλό φανταράκο της πόλης – γιατί στα χωριά όλο και κάποια κότα θα βούταγε – στάθηκε το όπλο για δυο μεγάλες ανάγκες του, τον … μεζέ και τον έρωτα. Κατακτητές βέβαια και οι Ιταλιάνοι, αφού ακολούθησαν – λίγο καθυστερημένα βέβαια – τους Γερμανούς ως τις πολιτείες μας, αλλά και αθεράπευτα ρομαντικοί τριγυρνούσαν στα σοκάκια, πειράζανε τα κορίτσια, παριστάνανε οι έρμοι τους Λατίνους εραστές χωρίς να καταλαβαίνουνε, γιατί, μα γιατί, τα κορίτσια τους αποφεύγανε. Ώσπου πλάκωσε η μεγάλη πείνα, δολερή και δολοφονική, οπότε για κάμποσα πεινασμένα παιδιά η ΡΑΝΙΟΤΑ γίνηκε όνειρο… νηστικής νυκτός. Και κάπου εκεί οι Ιταλιάνοι ρίξανε το σύνθημα. Άμα βλέπανε γυναίκα του γούστου τους, της μοστράρανε το ψωμί και της λέγανε: UNA PANIOTA UNO [KORITSI ]… Έπιανε όπου ήταν να πιάσει, μα τις πιο πολλές φορές εισπράττανε το ΝΟ και τότες αλλάζανε το σύνθημα και το γυρίζανε στ΄ αγόρια. Όχι στα πολύ μεγάλα ούτε στα πιτσιρίκια. Στα δωδεκάρια να πούμε, που ήτανε και σβέλτα. Το νέο σύνθημα λοιπόν ήτανε: UNO GATO UNA PANIOTA. 5 Ανταλλάσσανε δηλαδή άσπρο ψωμί με γάτο, όχι με γάτα, γάτο αρσενικό. Τι διάβολο τόνε θέλανε το γάτο, αναρωτιότανε ο κόσμος στις γειτονιές. Πού να το φανταστούμε, μας το λέγανε και δεν το πιστεύαμε, για … μεζεδάκι. Τους τρώγανε οι αθεόφοβοι σαν κουνελάκια. Και τότες, κατάμεσα στο χειμώνα της μεγάλης πείνας ….στενάξανε τα κεραμίδια. Ορδές πεινασμένων παιδιών κυκλοφορούσαν από ταράτσα σε ταράτσα, με όλων των λογιών τα κόλπα, για να πιάνουν τους γάτους, που κι αυτοί οι φουκαράδες είχανε χάσει τα έτοιμα και για να φάνε έπρεπε να κυνηγήσουν κανέναν ποντικό. Κουρασμένοι ξαπλώνανε οι κεραμιδόγατοι να χουζουρέψουν και τότε τους την έπεφτε το πεινασμένο αγορομάνι της γειτονιάς. Τους αρπάζανε και τους χώνανε αμέσως σε τσουβάλι, σε καλάθι, σε ντενεκέ, ό,τι είχε ο καθένας ή μάλλον η καθεμιά συμμορία, γιατί οι μοναχικοί κυνηγοί άρχισαν γρήγορα να μη φτουράνε μπροστά στο συναγωνισμό της οργανωμένης ομάδας που έκανε κυκλωτικές κινήσεις, αλλά πότε πότε βούταγε και το έτοιμο θήραμα από κανένα ξεκομμένο γατοκυνηγητό. Χαμός λοιπόν γινότανε στις αυλές και στις ταράτσες. Τότε χάθηκε και ο έρμος Χαρίλαος, ο διάσημος γάτος της γειτονιάς μου, ο πιο καβγατζής και ζόρικος νταής των κεραμιδιών. Αλήτης σκέτος και ρωμαλέος διεκδικητής, δεν είχε αφήσει γάτα για γάτα σ’ όλες τις διπλανές ταράτσες και μάλιστα κατόπιν μάχης με άλλους μνηστήρες. Γι’ αυτό και σχεδόν πάντοτε γύρναγε ματωμένος, ώσπου κάποια μέρα, πριν τον πόλεμο, έμεινε και μονόφθαλμος. Ετούτον λοιπόν τον παλικαρά, τον φόβο και τον τρόμο ακόμα και των γυναικών, που τους έκλεβε τα ψάρια την ώρα τα καθάριζαν, τον φάγανε οι Ιταλοί το ΄42, θύμα και αυτός της Κατοχής και της πείνας. Κι όχι πως δεν αντιστάθηκε ο φουκαράς. Μάτσο οι γρατζουνιές σε κάποια παιδιά της γειτονιάς μαρτυρούσανε πως δεν έπεσε αμαχητί. Υπέκυψε όμως, μπροστά σε ανώτερες δυνάμεις και προπαντός στο μεγάλο μυστικό ιταλικό όπλο: την PANIOTA… 6 4. ΣΤΟ ΜΥΛΟ Πριν την πείνα, ήτανε μια μεγάλη ευρύχωρη αποθήκη. Ένα παράμερο κομμάτι του εργοστασίου, σχεδόν ξεχασμένο. Ο άλλος μύλος δίπλα, ο βιομηχανικός, έκανε τη δουλειά του ρολόι. Άλεθε το βελανίδι, την πευκόφλουδα, ακόμα και σκοινόφυλλα, τροφοδοτώντας τα βυρσοδεψεία για το πάστωμα των δερμάτων. Τα μεγάλα αμάξια περίμεναν στη σειρά, έξω στο δρόμο, να φορτώσουν. Αμάξια ζεμένα με δυο ή και με τέσσερα άλογα, μεταφορικό μέσο, ανάλλαχτο σχεδόν εκατοντάδες χρόνια, στηριγμένο στις δυο μεγάλες ανθρώπινες ανακαλύψεις. Τη ρόδα και το εξημερωμένο άλογο. Οι Πειραιώτες αμαξάδες, τύποι γραφικοί, άνθρωποι απλοί, θρησκευάμενοι και βλάσφημοι μαζί, δουλευτάδες από τα ξημερώματα μα και χαροκόποι γλεντζέδες στα βραδινά ταξίμια, στάθηκαν οι πρώτοι μου γνώριμοι με τη ζωή, έξω από το στενό μου κύκλο που δεν ήτανε παρά το σχολειό, το σπίτι και το λιγοστό μπιλιάρδο με τους συμμαθητές. Ετούτοι οι αμαξάδες πρωτορίξανε την ιδέα να γίνει η αποθήκη σταρόμυλος για τη γειτονιά. Εποχή που σπάνιζε το ψωμί του φούρνου, μα όλο και κυκλοφορούσαν κάποια «δημητριακά» στα σπιτικά, θες από το χωριό, θες από τη μαύρη αγορά. Δημητριακά λοιπόν και όχι να πεις μονάχα τα γνωστά, τα ευγενή, το στάρι και το καλαμπόκι, αλλά μια απίθανη ποικιλία από τα πιο άγνωστα σπόρια της ελληνικής φύσης. Το τι άλεσε ο μύλος αυτός όταν στήθηκε στα 7 πόδια του ήταν απίστευτο. Και πού να τα θυμάσαι όλα. Κριθάρι βέβαια, πολύ πράμα στην πιάτσα, αλλά και νταρί, σκουπόσπορο, χαρούπι, βρώμη, μέχρι όσπρια, ρεβίθι και κουκί. Όλα γίνονταν αλεύρια και αυτά με τη σειρά τους, από ψωμί μέχρι… κεφτέδες. Όποιος δεν έφαγε ρεβιθοκεφτέ στην Κατοχή, έχασε. Μια σκέτη νοστιμιά. Δούλευε λοιπόν ο μύλος το χειμώνα του ΄41, μαζεύοντας αμέτρητες γυναίκες που πρόσμεναν στη σειρά με το σακούλι στο χέρι ν’ αλέσει η καθεμιά το δικό της καρπό. Ο μυλωνάς, ασπρομάλλης, παλιός τεχνίτης, από κείνους τους τίμιους λαϊκούς προπολεμικούς ανθρώπους. Είχε τρομάξει το μάτι του από τη δυστυχία του κοσμάκη. Δούλευε μεροκάματο, σε είδος βέβαια, τι να τα κάνεις τα λεφτά με πληθωρισμό κάπου χίλια τα εκατό τη μέρα. Εκείνον το χειμώνα λοιπόν, διορίστηκα από το αφεντικό του μύλου που ήτανε και ξάδερφός μου, απογευματινός βοηθός του μυλωνά και βρέθηκα ανάμεσα στο γυναικομάνι, που μαζεύονταν από τα Καμίνια, τη Λεύκα ως κι από την Κοκκινιά, για να φτιάξουν το αλευράκι του σπιτικού τους. Ένα πανόραμα χρωμάτων τα τσεμπέρια, που έβλεπα κάθε μέρα μαζωμένα στην αυλή, να σκεπάζουν τα σκαμμένα πρόσωπα της πείνας. Άκουσα κι έμαθα πολλά από το στόμα αυτών των γυναικών, που δε σταμάταγε λεπτό, η γλώσσα τους ροδάνι να ιστορεί τα πάθη της καθεμιάς, έτσι που τα λέει και ξεδώνει ο νους του ανθρώπου. Το σύστημα δούλευε ρολόι, ο μύλος κράταγε τη φύρα του και το ποσοστό του και οι βδομάδες κυλούσανε κανονικά, ώσπου μια μέρα έγινε το πατατράκ. Κριθάρι ήτανε. Ίσαμε 7-8 οκάδες που το ΄χε κουβαλήσει μια γερόντισσα και μόλις το ΄ριξε μέσα ο μυλωνάς, έβγαλε μια βρόμα να μην μπορείς να σταθείς. Σαν να έσπασε ο βόθρος της γειτονιάς. Ρίχνουμε το διακόπτη, ο μύλος κάνει κράττει και όλοι έξω στην αυλή να πάρουμε μια ανάσα και να δούμε τι διάολο γίνεται με αυτήν την μπόχα. Δεν άργησε να ξεδιαλύνει το μυστήριο. Το κριθάρι της γριάς ήταν θαλασσοβρεγμένο και καθώς είχε σαπίσει μέσα ο καρπός, με το άλεσμα ξέρασε τη σάπια βρόμα. Η γριούλα, θύμα των μαυραγοριτών που βγάλανε το κριθάρι από ένα βυθισμένο βαπόρι, βομβαρδισμένο μέσα στο λιμάνι από τους Γερμανούς την πρώτη μέρα του πολέμου και το πουλάγανε στον κοσμάκη να το φάει, έκλαιγε καθισμένη στο πεζούλι και σκεφτότανε όχι τόσο τη ζημιά που έγινε στ’ αλέσματα, όσο τα αδειανά χέρια το βράδυ καθώς θα γύριζε στα πεινασμένα εγγόνια της. Κι ο μυλωνάς απελπισμένος να μετράει τη ζημιά. Για να καθαρίσουν οι μυλόπετρες, θα πρέπει λέει να αλέσουμε κάπου δέκα οκάδες καθαρό πράμα και να το πετάξουμε μετά. 8 Και τότε ξέσπασε ένα μοιρολόι από τις μαζεμένες γυναίκες, που θα το ζήλευε κι ο Σοφοκλής. Πού να βρεθούνε δέκα οκάδες καρπός για πέταμα και μήπως βρομίσει και το δικό τους ύστερα κι άλλα τέτοια ανάκατα με θρήνους και κατάρες, που είδαμε και πάθαμε να τις ησυχάσουμε τις έρμες. Στο τέλος βρέθηκε λύση, χάρη στον ξάδερφο που είχε καμιά δωδεκαριά οκάδες αλεσμένο στάρι για το σπίτι του και αποφάσισε να το δώσει. Είπαμε λοιπόν στις γυναίκες αντί να χαλάσουμε σταρένιο αλεύρι, να ρίξουμε μέσα φτηνό καρπό και όποια έχει τον πιο παρακατιανό σπόρο, να τον δώσει και θα της δώσουμε στάρι αλεσμένο. Ορέ Χριστέ μου, εκεί να ΄σουνα να δεις και να θαυμάσεις τον πιο πρωτότυπο συναγωνισμό, όπου το έπαθλο δεν το παίρνει ο καλύτερος αλλά ο χειρότερος, ο πιο φτηνός, ο σκάρτος. Ανοίξανε ταγάρια, σακούλια, τσάντες και δείχνανε η μια στην άλλη την πραμάτεια τους και να τσακώνονται για το ποια έχει τον χειρότερο και να παινεύει τον καρπό της διπλανής της, πως τάχα είναι πολύ καλύτερος από τον δικό της κι ας ήτανε όλα σκουπίδια, το πολύ για ζωοτροφές. Άντε τώρα να διαλέξεις και συ αν ήταν το νταρί, οι μουχρίτσες ή ο σκουπόσπορος, που θα ΄χε τη μεγάλη τύχη ν’ ανταλλαχτεί με το ευλογημένο σταράκι του Θεού… Ούτε και που θυμάμαι πια το νικητή. Και λοιπόν τι σημασία θα ΄χε να το θυμόμουνα; Άλλωστε, ο καβγάς είχε τελειώσει, οι γυναίκες πήρανε τα σακούλια τους και τραβήξανε στα σπίτια τους, για να ξανάρθουν σε λίγες μέρες. Και ό,τι απόμεινε στη μνήμη, είναι τούτη η αληθινή ιστορία της ανθρώπινης δυστυχίας. 9 5. Η ΑΝΟΡΕΞΙΑ ΤΗΣ ΜΑΝΑΣ ΜΟΥ Μάθαμε πως φύτρωνε στην Αβησσυνία και το λέγανε αρτόδεντρο. Έβγαζε, λέει, ένα κίτρινο σπόρο, που αν τον άλεθες, γινότανε αλεύρι και μετά ψωμί. Ένα πράμα που έμοιαζε με την μπομπότα μόνο στο χρώμα, γιατί στα υπόλοιπα καμιά σχέση. Ήτανε λασπερό, βαρύ και γλιτσερό. Όσοι ζούμε το θυμόμαστε. Το «κιτρινόψωμο» της Κατοχής. Της μεγάλης Πείνας. Αυτό το πράμα το μοιράζανε με το δελτίο, τριάντα δράμια τη μέρα και άμα ήτανε γιορτή, Πάσχα να πούμε, δίνανε εξήντα. Καθώς ήτανε σκέτη λάσπη, ζύγιζε βαριά βαριά και που το ΄βλεπες μια σταλιά πείναγες περισσότερο. Έτσι και δεν κατάφερνες να βρεις στη μαύρη κάνα ψωμί οκαδιάρικο και ξέμενες με 10 το κιτρινόψωμο, την είχες βάψει. Λοιπόν, θα ΄τανε Δεκέμβρης του ΄41, μπορεί και Γενάρης του ΄42. Έτυχε κάποιες μέρες να ξεμείνουμε στο σπίτι από ψωμί και βολευόμαστε με το λασπόψωμο. Δηλαδή τι βολευόμαστε, χάλια. Τι να φας το μεσημέρι, τι ν’ αφήσεις για το βράδυ, μια μπουκιά ήταν όλο. Για το πρωί ούτε κουβέντα. Σκέτος ρεβιθοκαφές και να βρίσκεται. Άμα τον ήθελες γλυκό έριχνες και χαρουπόμελο, ένα σιρόπι βαθύ καστανό, πηχτό, που μύριζε χαρουπίλα από μακριά. Κείνες τις μέρες, λοιπόν, ένα βραδινό, η μάνα μου δήλωσε άρρωστη και ξάπλωσε από νωρίς. Με φώναξε και μου ΄δωσε το μερτικό της από το κιτρινόψωμο. Τη μισοπίστεψα, πείναγα κιόλας και το ΄φαγα. Το άλλο βράδυ τα ίδια. Όταν τρίτωσε, τσιτώθηκα και της είπα ένα ξερό όχι. Επέμεινε, επέμεινα. Μου ορκιζότανε πως πραγματικά δεν πείναγε. Αλλά κι εγώ εκεί, αρβανίτης. Στο τέλος συμβιβαστήκαμε και το μοιραστήκαμε. Δηλαδή το δικό της, γιατί το δικό μου…. Της είπα όμως, έτσι για να κατασιγάσω τις τύψεις μου, πως ήτανε η τελευταία φορά και αύριο θα το φάει όλο και να τη βλέπω. Δε νομίζω πως ξανάγινε. Μπορεί και να βρήκαμε και ψωμί στη μαύρη, μπορεί και να την ξανάκανε τη μηχανή και σε καμιά από τις αδερφές μου. Αργότερα, πολύ αργότερα, ζούσε ακόμα κι εγώ ασπρομάλλης, κουβεντιάζαμε κάποιο βράδυ που της κράταγα συντροφιά μέσα στο νοσοκομείο, το Τζάννειο και θυμήθηκα το περιστατικό. Τότε γυρίζει και μου λέει: -Μήπως θυμάσαι παιδί μου τι φώναζες το χειμώνα της πείνας; -Τι φώναζα, της λέω. – Δε θυμάσαι, ε; Θα σου πω εγώ. Είχες βγει στη γαλαρία του σπιτιού και φώναζες: Δε θα τελειώσει ο πόλεμος; Θα κάτσω έξω από το φούρνο και θα του λέω: Βγάζε καρβέλια να τρώω…. Το θυμήθηκα αμέσως, μόλις μου το ΄πε και δέχτηκα αυτή την εξομολόγηση μόλις συγκρατώντας τη συγκίνησή μου. Η μάνα μου, λίγο καιρό μετά πέθανε. Αν μπορεί να πεθάνει ποτέ μια μάνα της Κατοχής…. 11 Β. ΑΠΟ ΤΗΝ ΠΕΙΝΑ ΣΤΗΝ ΑΝΤΙΣΤΑΣΗ 6. Ο «ΓΚΛΙΟΥΜΠΣ» Νύχτα σκοτεινή χειμωνιάτικη, να ψιχαλίζει και να μη βλέπεις μπροστά σου. Συσκότιση. Πού και πού κάνα ξεθωριασμένο μπλε φωτάκι από τα 12 βαμμένα φανάρια των αυτοκινήτων. Νύχτα, όπως τη θέλαμε δηλαδή. Ούτε παραγγελιά να την είχαμε για τη δουλειά μας. Βλέπεις, είναι παραμονή. Την άλλη μέρα ξημερώνει η 25η Μαρτίου και τους έχουμε ετοιμάσει μια διαδήλωση που θα τρίβουν τα μάτια τους. Απόψε όμως πρέπει να γίνουν τα απαραίτητα. Να βαφτούνε στους τοίχους χίλια συνθήματα για το εικοσιένα, τη λευτεριά, το Ε.Α.Μ. Τόσο είναι το πλάνο, μας είπανε, χίλια συνθήματα. Κι εμείς οι φοιτητές του Πειραιά, το μερτικό μας. Όλα είχανε προετοιμαστεί από νωρίς καθώς πρέπει. Μπογιές, κουβάδες, πινέλα, καταμερισμός, βαφιάδες, τσιλιαδόροι, σύνθημα – κίνδυνος, σύνθημα – πέρασε ο κίνδυνος, όλα κουβεντιασμένα. Όλα χωρίς τον ξενοδόχο που τον λέγανε Λεβέντη, όνομα και πράγμα και παρατσούκλι: ο «γκλιουμπς». Ρουμελιώτικη προφορά του «κλομπς», που δεν το αποχωριζότανε ποτέ. Ριγμένο μέσα στην αριστερή τσέπη του παντελονιού, τρύπια βέβαια για να περνάει κολλητά στο πόδι και να μη φαίνεται. Το σχέδιο προέβλεπε, αφού γράφαμε ό,τι γράφαμε στις γειτονιές, να πάμε στο τέλος και στη μεγάλη πλατεία, στο Δημοτικό Θέατρο, όπου ένας προκλητικότατος άσπρος μακρύς τοίχος, που έζωνε τη Ράλλειο Ακαδημία, αποζητούσε να τον στολίσουμε κατάλληλα. Ήτανε λίγο τρελό βέβαια, γιατί στην πλατεία έδρευε η γερμανική κομαντατούρα, οι Γερμανοί και οι χαφιέδες τους περνοδιαβαίνανε συνέχεια και το πράγμα μύριζε σίγουρα μπαρούτι. Για αυτό μέχρι τότε δεν είχε πειραχτεί αυτός ο τοίχος. Παρθένος. Σκέτη πρόκληση όμως για μας τέτοια μέρα και είπαμε να το αποτολμήσουμε. Ένα σύντομο σύνθημα και δρόμο. Ο «γκλιουμπς» όμως είχε άλλα στο μυαλό του. -Θα πάμε, είπε, και θα γράψουμε το σύνθημα της αυριανής ημέρας. -Ποιο ρε Νίκο, του λέμε. -Όχι αυτά που ξέρετε, θα σας πω εγώ τι θα γράψουμε, και μας το αμολάει ο αθεόφοβος: «Καλύτερα μιας ώρας ελεύθερη ζωή παρά σαράντα χρόνια σκλαβιά και φυλακή ». Και από κάτω Ε.Α.Μ. Σύνθημα με δώδεκα λέξεις ούτε που είχε ξανακουστεί ποτέ. Και μάλιστα στη γερμανοκρατούμενη πλατεία…. Σκέτη αυτοκτονία. Αλλά άμα είσαι δεκαεφτά στα δεκαοχτώ, η τρέλα και η λευτεριά πάνε μαζί. Έτσι το αποφασίσαμε και πήγαμε. Βάλαμε πολλές τσίλιες που θα σφυρίζανε τη Λιλή Μαρλέν μόλις ξεμύτιζε Γερμανός από μακριά, για να προλάβουμε να ξεφύγουμε. Το σύνθημα θα το ΄γραφε βέβαια ο «γκλιουμπς», ούτε συζήτηση δε σήκωνε γι’ αυτό, τον κουβά με την μπογιά θα τον κρατούσε η αδερφή μου και θα παρασταίναμε το ζευγαράκι. Θα ΄μαστε καμιά δεκαριά τρελοί σ’ αυτή 13 την ιστορία. Οργανώθηκαν όλα και αρχίσαμε το γράψιμο. Κάπου εκεί στο «ελεύθερη ζωή» σφυρίζουνε οι τσιλιαδόροι τη Λιλή Μαρλέν από αριστερά, από το στενάκι, στην οδό Δραγάτση. Το διαλύουμε αξιοπρεπώς, χωρίς τρεχάλες ώσπου να περάσει ο κίνδυνος, κάτι περαστικοί Γερμανοί. Ξαναγυρίζουμε και συνεχίζουμε, τρεις τέσσερις ακόμα λέξεις, ξανά σφυρίγματα οι τσιλιαδόροι, ξανά τα ίδια και λέει ένας από μας: – Παιδιά δεν πάει άλλο, θα μας βουτήξουνε, πάμε να φύγουμε. Ο «γκλιουμπς», θηρίο, ούτε να τ΄ακούσει. Άλλωστε, δε μας είχανε πάρει χαμπάρι, απλώς το μέρος ήτανε πολύ διαβατάρικο κι επικίνδυνο. Έτσι ξαναγυρίσαμε για να τελειώσουμε το….μακρινάρι του Ρήγα, που το τι άκουσε εκείνο το βράδυ για τη μακρηγορία του δε λέγεται. Την ώρα λοιπόν που ο «γκλιουμπς» πήγαινε να γράψει την τελευταία λέξη «φυλακή», νέος συναγερμός, αλλά και ποδοβολητά. Μας είχανε επισημάνει και μας κυνηγούσανε οι Γερμανοί πεταλάδες της Γκεστάπο. Φτερά βγάλανε τα πόδια μας για να γλιτώσουμε και φτάσαμε κάπου εφτά τετράγωνα μακριά για να σταματήσουμε και να πάρουμε ανάσα. Σε ένα καφενεδάκι μισοέρημο, με σκεπασμένη την πόρτα του με μια χακί κουβέρτα, λίγο πριν τη γούβα του Βάβουλα, εκεί είχαμε ραντεβού για την «ανασυγκρότηση». Ένας ένας, δυο δυο, ξαναβρεθήκαμε εκεί οι περισσότεροι. Μερικοί αφού δώσανε τρέχοντας το σήμα ότι ήταν εντάξει, είχαν φύγει, μένανε και πιο κοντά, να προλάβουνε να πάνε στα σπίτια τους. Άλλωστε η επιχείρηση είχε τελειώσει, ευτυχώς χωρίς απώλειες. Κι εκεί που αρχίσαμε να καληνυχτιζόμαστε, πετάγεται ο «γκλιουμπς» και μας αφήνει σύξυλους -Πού πάτε, ρε ζαγάρια, μας λέει, τέλειωσε η δουλειά μας; Υπογραφή βάλαμε; -Τι υπογραφή και τι να τελειώσουμε ρε Νικολάκη, του λέμε, μας δουλεύεις; -Υπογραφή βρε. Ποιος το ΄γραψε το σύνθημα ε; Η Μαρία η Πενταγιώτισσα το ΄γραψε; -Τι θες να πεις ρε Νίκο πες το, του λέμε, γιατί ακόμα δεν είχαμε καταλάβει. Και τότε μας εξηγεί ο άνθρωπος, ότι την τελευταία λέξη του στίχου του Ρήγα δεν πρόλαβε να τη γράψει ολόκληρη, μόλις έπεσε το σύνθημα της τσίλιας. Ούτε και την υπογραφή: Ε.Α.Μ. Άρα το σύνθημα είναι μισοτελειωμένο. Άρα πρέπει να γυρίσουμε να το τελειώσουμε! Απλά και στρογγυλά πράματα δηλαδή. Μείναμε να κοιταζόμαστε με την αποκοτιά αυτού του ανθρώπου. Εδώ παρά τρίχα γλιτώσαμε και αυτός μας έλεγε να ξαναπάμε ίσα μέσα στο στόμα του λύκου. Του τα εξηγήσαμε, του τα ΄παμε, του τα ξανάπαμε. Αυτός τίποτα. Αμετάπειστος. 14 -Καλά, μας λέει, μια στιγμή, δε σκεφτόσαστε τι θα πει ο κόσμος αύριο που θα περνάει από την πλατεία και θα το βλέπει έτσι; Θα λέει πως φοβηθήκαμε ρε και το βάλαμε στα πόδια. Και μόνο με τη σκέψη αυτή ανατρίχιαζε σύγκορμος. Στο τέλος, αφού μας κοίταξε καλά καλά μας λέει: -Τώρα σας κρένω έναν λόγο τελευταίο. Εγώ θα πάω να το αποτελειώσω. Όποιος θέλει έρχεται. Πάω και μοναχός μου. Αυτό ήτανε. Άντε τώρα να τον αφήσεις μόνο και απροστάτευτο, τον παλαβιάρη. Θα τον καθαρίζανε σίγουρα. Φαίνεται απίστευτο κι όμως είναι αληθινό: Εκείνο το βράδυ, παραμονή είκοσι πέντε Μαρτίου του χίλια εννιακόσια σαράντα τρία, γυρίσαμε πίσω, μέσα στη φωλιά της Γκεστάπο, θα ΄μαστε πέντ΄ έξι, και τον αποτελειώσαμε το στίχο του Ρήγα Φεραίου. Ο «γκλιουμπς», για μια φορά ακόμα είχε κάνει το θαύμα του. Ίσως να ΄τανε και η τελευταία, αν θυμάμαι καλά. Γιατί αυτό το παιδί δεν τη σήκωνε τη σκλαβιά με τίποτα. Έβραζε το αίμα του πολύ. Κι έτσι σε λίγο θα μας αποχαιρετούσε, τραβώντας για το βουνό στο αντάρτικο. Κι εμείς ξαναβγήκαμε πολλές φορές συνεργείο, για συνθήματα και με το χωνί. Αλλά, τι τα θέλεις, χωρίς το Νίκο, το «γκλιουμπς», σκέτη ρουτίνα. 15 7.ΜΙΑ ΓΙΑΓΙΑ ΧΡΗΜΑΤΟΔΟΤΕΙ… ΤΟΝ ΚΟΛΟΚΟΤΡΩΝΗ Απομεσήμερο, αρχές Απρίλη του ΄43, την ώρα που έβγαινα από την τζαμόπορτα του σπιτιού μας, με πρόλαβε η γιαγιά μου, με κράτησε από τον ώμο και μου ΄βαλε στο χέρι ένα ματσάκι με λεφτά. Με κοίταξε με κείνα τα μάτια της τα χαμογελαστά και μου ΄πε χαμηλώνοντας τη φωνή της: -Αυτά πάρ΄ τα από μένα. Μπήκα στο νόημα αλλά κάνοντας πως δεν καταλαβαίνω της λέω: -Τι να τα κάνω, έχω χαρτζιλίκι, μου φτάνει. Με ξανακοίταξε λίγο αυστηρά και μου λέει: -Πάρ΄ τα παιδί μου, δεν είναι για σένα, είναι να τα δώσεις. -Να τα δώσω; Πού να τα δώσω; Συνεχίζω εγώ τον ανήξερο. -Δως τα, μου λέει, δως τα εκεί που ξέρεις. Εγώ το βιολί μου, να δω πού θα το πάει τελικά η γιαγιά… -Θα μου πεις, καλέ γιαγιά, τι θέλεις, δεν καταλαβαίνω τι λες. -Βρε πάρ΄ τα και δως τα, που κάνεις πως δεν καταλαβαίνεις. -Πού να τα δώσω; Στους φτωχούς; -Στον Κολοκοτρώνη, βρε, στον Κολοκοτρώνη να τα δώσεις. Αυτός ο αυθεντικός διάλογος στην πόρτα του πατρικού μου σπιτιού, γίνηκε καμιά δεκαριά μέρες μετά τις 25 Μαρτίου 1943. Τα συμβάντα εκείνης της αξέχαστης ημέρας ήταν πολλά και γράφτηκαν τότε στις παράνομες εφημερίδες. Εγώ θα πω μόνο για τη γιαγιά. Μόλις τελείωσε η λειτουργία και πριν σχολάσει ο κόσμος από την εκκλησία της Αγίας Τριάδας, πετάχτηκε ο δικός μας, σκαρφάλωσε σε μια καρέκλα και άρχισε να μιλάει. Φλογερό παιδί, ενθουσιώδης, ο λόγος του ανέβλυζε πηγαίος και ορμητικός, οι άνθρωποι άρχισαν να κλαίνε. Δεν είπε πολλά. Τρία πράγματα μόνο. Για τη σκλαβιά, για τον αγώνα, για τη λευτεριά. Με το που άρχισε ο κόσμος να βγαίνει έξω συγκινημένος, ξεδιπλώνανε οι Επονίτες πανώ, σηκώνανε πλακάτ, πετούσανε τρικ, γινόταν χαμός. Οι φοιτητές είχαν ετοιμάσει πολλές μικρές φωτογραφίες με τις μορφές των ηρώων του Εικοσιένα, κολλημένες σε χαρτόνια και με μια μπαγλαδόπηχη καρφωμένη για χερούλι. Θες από σύμπτωση, θες εξεπίτηδες, η πιο μεγάλη φωτογραφία ήτανε του Κολοκοτρώνη. Δέσποζε μέσα στη χαρτοθάλασσα και κείνος ο 16 διαβολεμένος που την κρατούσε, ψηλός καθώς ήτανε, την είχε σηκώσει και ψηλά κι έγινε έτσι η σημαδούρα της μεγάλης διαδήλωσης, που άρχισε ν’ ανηφορίζει το δρόμο από το λιμάνι προς τα παλιατζίδικα. Φωνές, συνθήματα, τραγούδια, πολύς κόσμος ακολουθούσε και μεις πορευόμασταν με βάση το σχέδιο, να μπούμε στην οδό Ρετσίνα, να κατηφορίσουμε για τη Λεύκα κι από κει στην Κοκκινιά. Λίγο πριν τη Λεύκα είχα ξεμείνει πιο πίσω για να βρω το σύνδεσμο της διαδήλωσης και καθώς έψαχνα μέσα στον κόσμο, πέφτω πάνω στη γιαγιά μου, που ακολουθούσε τη διαδήλωση από την εκκλησιά, παρά τα χρόνια της και τα αρθριτικά της. -Γιαγιά, της λέω, τι θες εσύ εδώ; -Είδα παιδί μου τον Κολοκοτρώνη μπροστά κι ήρθα. -Γιαγιά γύρνα πίσω, μπορεί να μας βαρέσουνε, της λέω, πώς θα τρέξεις γριά γυναίκα; – Δε φεύγω, μου λέει, εσείς που ΄σαστε παιδιά δίνετε τη ζωή σας και θα φοβηθώ εγώ που έφαγα τα ψωμιά μου; Αδύνατο να την πείσω. Την ήξερα άλλωστε καλά τη γιαγιά από τα μικρά μου χρόνια. Όλο για τους Κολοκοτρωναίους μιλούσε. Γεννημένη στα ορεινά της Αρκαδίας, ζούσε μέσα της η παράδοση. Μας έλεγε πως η δικιά της γιαγιά είχε προλάβει τους Τούρκους στο Εικοσιένα και της είχε πει κάποτε «ούτε παλιοπάπουτσο των Τούρκωνε να μη γνωρίσετε». Όλο τέτοιες ιστορίες μας έλεγε κι άμα ήτανε στα κέφια της, τα κολοκοτρωνέικα τραγούδια της αντηχούσαν στο σπίτι. Άντε τώρα να της πεις ν’ αφήσει τον Κολοκοτρώνη, που πήγαινε καμαρωτός μπροστά στη διαδήλωση και να γυρίσει σπίτι. Την άφησα, είχα και δουλειά, «καθήκοντα», και της είπα να προσέχει. Λίγο αργότερα μας χτύπησαν οι Καραμπινιέροι, εκεί κοντά στον Καραβά, διαλύθηκε η φάλαγγα, σκόρπισε στα στενά, ξανάσμιξε πιο πάνω και συνεχίστηκε η πορεία για την Κοκκινιά. Τη γιαγιά την είχα χάσει. Θα γύρισε πίσω σκέφτηκα, με τη διάλυση. Αφού και μεις τρομάξαμε να περάσουμε και ούτε που ξαναβρεθήκαμε όλοι μαζί. Από κει κι έπειτα γίνανε δυο τρεις ξεχωριστές διαδηλώσεις, που προχώρησαν σε διαφορετικές γειτονιές της Κοκκινιάς. Πολύ αργά το μεσημέρι, γυρίζοντας σπίτι έμαθα πως η γιαγιά έλειπε. Άρχισα ν’ ανησυχώ και τα ΄βαζα με τον εαυτό μου που την είχα αφήσει μόνη της να κάνει του κεφαλιού της. Φοβόμουνα το χειρότερο. Δεν ήξερα, βλέπεις, ακόμα πως η γιαγιά, εκείνη τη σημαδιακή μέρα του μεγάλου Σηκωμού, θα έγραφε τη δική της Ιστορία. 17 Το απόγευμα στο σπίτι, μάθαμε της γιαγιάς τα κατορθώματα. Είχε ξεφύγει από τους Ιταλούς ακολουθώντας μια ομάδα που πορεύονταν προς την Οσία Ξένη της Κοκκινιάς. Κάπου εκεί την κατάλαβε κάποιος πονηρός «οργανωτικός» πως το λέει η περδικούλα της και την ώρα που κάνανε μια στάση, να μαζευτούνε οι αργοπορημένοι, να γίνει και μια μικροεκδήλωση, την πήρε τη γιαγιά, την ανέβασε σε μια καρέκλα μες στο δρόμο και της ζήτησε να μιλήσει. -Τι να πω παιδάκι μου, του λέει αυτή, εγώ είμαι μια γυναίκα αγράμματη. -Γιαγιά πες ό,τι θέλεις, της κάνει αυτός, πες μας τι σκέφτεσαι για τη σημερινή μέρα… Και τότε η γιαγιά έβγαλε τον πρώτο και τελευταίο λόγο της, που όπως μας τα ιστόρησε η ίδια ήτανε μονάχα μερικές λέξεις: «Παιδιά μου να ΄χετε πίστη κι ελπίδα, όπως ο Κολοκοτρώνης και θα νικήσουμε.» Χαμός από κάτω, παλαμάκια, φωνές, ζήτω και τέτοια πολλά, της δίνουνε και μια ελληνική σημαία να κρατάει, τη βάζουνε μπροστά, κεφάλι στη διαδήλωση και ξανακινάνε. Πιο κάτω τους ξαναχτυπάνε, καινούριες τρεχάλες, η γιαγιά πού να τρέξει, έμεινε πιο πίσω, την πλησιάζει ένας χοντρός και της λέει: -Δως μου γιαγιά τη σημαία να σε ξεκουράσω, του τη δίνει, αυτός τη γυρίζει με το κοντάρι μπροστά και αρχίζει να χτυπάει και να κυνηγάει τα παιδιά της διαδήλωσης. Κέρωσε η γιαγιά, το πήρε κατάκαρδα, να της πάρει μπαμπέσικα τη σημαία ο εχθρός, να την ξεγελάσει, λέει, επειδή μίλαγε ρωμέικα – χαφιές ήτανε ο άνθρωπος, αλλά πού να τα ξέρει η καημένη η γιαγιά- «τι να κάνω παιδί μου, έκανα το σταυρό μου και είπα βοήθα με Παναγιά μου να πάρω πίσω τη σημαία μας», όρμησε πάνω του, του τράβηξε τη σημαία, δηλαδή το πανί, του ΄μεινε αυτουνού το κοντάρι και έτρεξε η γιαγιά κρύβοντας το πανί της σημαίας στον κόρφο της και χώθηκε σε κάποια πόρτα ανοιχτή. Την πήραν μέσα τη γιαγιά, της δώσανε νερό να συνέλθει και τότες οι άνθρωποι τα χάσανε βλέποντας τη γριούλα να βγάζει από το φουστάνι της την ελληνική σημαία, να τη βάζει, λέει, κάτω από το καντήλι και να φωνάζει: «Ευχαριστώ Παναγία μου που με βοήθησες και σώσαμε τη σημαία μας». Αυτά μας έκανε η γιαγιά μας τη μέρα της 25ης Μαρτίου. Και βέβαια ο αντιστασιακός τύπος τα περιέγραψε με το νι και με το σίγμα. Έτσι, όταν λίγες μέρες αργότερα πήρα το φύλλο του Απελευθερωτή και διάβασα την ιστορία, φώναξα τη γιαγιά και άρχισα να της διαβάζω, παρακολουθώντας τις αντιδράσεις της. Ταράχτηκε, κοκκίνισε και γυρίζει οργισμένη και μας λέει: 18 -Ου να μου χαθείτε παλιόπαιδα, σα δε ντραπήκατε γριά γυναίκα να με βάλετε στις εφημερίδες! Βλέπεις τα παλιά χρόνια, τους απλούς ανθρώπους άμα τους γράφανε οι εφημερίδες ήτανε ντροπή. Κάτι κακό θα ΄χαν κάνει. Για τα καλά, ποιος νοιαζότανε. Της εξήγησα πως ήτανε για καλό που «τη γράψανε οι εφημερίδες», αλλά η γιαγιά έμεινε σιωπηλή και στενοχωρημένη. Φαίνεται πως το κλωθογύρισε μέρες στο κεφάλι της ώσπου να συνηθίσει αυτήν την καινούρια ιδέα και άμα το καταστάλαξε, της ήρθε και η δεύτερη ιδέα να ….χρηματοδοτήσει τον αγώνα, άρα τον Κολοκοτρώνη! Αξέχαστη γιαγιά, ποτέ δεν πέθανες εσύ. Ζεις μαζί μας, όσο ζούμε ακόμα, τώρα που κοντοζυγώνουμε τα χρόνια σου. 8. Ο ΕΡΑΝΟΣ Καλοκαίρι του ΄43. Λίγο πριν την πτώση της Ιταλίας του Μουσολίνι και η Αντίσταση εξορμά για χρήματα, πολλά χρήματα. Θα χρειαστούν, μας λένε, για τη νέα, την τελευταία φάση, την απελευθερωτική. Είναι ο Μεγάλος Έρανος που θα χρηματοδοτήσει τελικά, ύστερα από δυο μήνες, την αγορά πολεμικού υλικού από τους Ιταλούς που αποσύρονται. Μα εμείς πού να το ξέρουμε αυτό, απλά έπρεπε να βγούμε για έρανο παντού, στα σπίτια, στις γειτονιές, στα μαγαζιά, σε γνωστούς και άγνωστους. Θα ΄τανε η πρώτη φορά που θα βγαίναμε ανοιχτά, με τ’ όνομά μας από πόρτα σε πόρτα. Είχε και τους κινδύνους του το πράγμα. Αλλά αυτό ήταν μέσα στο παιχνίδι. Μας έπεσε ο κλήρος, μιας που είμαστε και φοιτητές, να πάμε εμείς στα κεντρικά μαγαζιά της πόλης. Το σχέδιο ήταν πολύ απλό. Θα πηγαίναμε λίγοι λίγοι, όχι πάνω από τρεις, καλοντυμένοι και περιποιημένοι – όσο γινότανε τέτοιο πράγμα στην Κατοχή- ευγενικοί και θα εξηγούσαμε «πειστικά για τον έρανο της Λευτεριάς». Από μέρες το ετοιμάζαμε, χωριζόμασταν σε ομάδες, σε συνεργεία, χωρίζαμε και τους δρόμους με τα μαγαζιά. Όλα με σχέδιο ως τη λεπτομέρεια, να μην κάνουμε λάθη. Δεν επιτρέπεται λάθος, μας λένε, σε τέτοια δύσκολη και σημαντική υπόθεση. Το δικό μας συνεργείο ήτανε ο Σταύρος, η Έλλη κι εγώ. Του Πολυτεχνείου ο Σταύρος, της Ιατρικής η Έλλη, της Νομικής εγώ. Από βραδύς βρεθήκαμε κι οι τρεις μαζί, τα είπαμε, προετοιμαστήκαμε, τι θα φορέσουμε, ποιος θα μιλήσει πρώτος, ποιος θα ΄χει τα κουπόνια, ποιος θα κοιτάζει λίγο και την πόρτα, μπας και μπουκάρουνε τίποτε ανεπιθύμητοι και βρεθούμε σε κανένα Χαϊδάρι. 19 Είχανε γίνει κάτι τέτοια στην Αθήνα και μας προειδοποιήσανε να ΄μαστε προσεκτικοί. Τι προσεκτικοί δηλαδή, σαχλαμάρες. Ήμασταν στο έλεος του πρώτου χωροφύλακα, μέσα στο κέντρο της πόλης, δυο βήματα από κομαντατούρες, φρουραρχεία, ασφάλειες και τα υπόλοιπα. Μα ποιος τα χαμπάριζε τότες αυτά. Πρωί πρωί, ραντεβού στο Δημοτικό Θέατρο για να ξεκινήσουμε από τα πρώτα μαγαζιά της λεωφόρου. Ο Σταύρος ήρθε φορώντας μια καστόρινη μαλακιά, σκούρα ρεπούμπλικα, για να κρύβει, λέει, το μεγάλο κεφάλι του μπας και τον γνωρίσουν. Αστεία πράγματα δηλαδή, αφού στα δέκα μέτρα είναι το Γυμνάσιο που αποφοιτήσαμε μόλις πέρσι και μας ξέρανε κι οι πέτρες. Οι συνωμοτικοί κανόνες όμως πρέπει να τηρούνται. Εγώ φορούσα βέβαια σακάκι και γραβάτα, αλλά στα πόδια μου κάτι πέδιλα ξεχειλωμένα από τον ποδαρόδρομο της Κατοχής, παπούτσια δεν υπήρχαν, τα τελευταία με είχαν εγκαταλείψει το χειμώνα που πέρασε. Είχαμε δηλαδή τα χάλια μας, αλλά ποντάραμε στην Έλλη. Πρώτο πλεονέκτημα, κορίτσι. Δεύτερο: όμορφο μελαχρινό κορίτσι. Χαμογελαστή, ομιλητική, είχε και κάτι φράντζες, που πέφτανε αφέλειες στο μέτωπο. Όταν την είδαμε να ΄ρχεται σεινάμενη κουνάμενη, τρίβαμε τα χέρια μας για τη σίγουρη επιτυχία μας. Θα σκίζαμε όλα τα πλάνα. Και αμ΄ έπος αμ΄ έργον. Στο πρώτο μαγαζί, χαρτοπωλείο ήτανε, μας άκουσαν, μας κοίταξαν προσεκτικά και μας δώσανε κάτι εκατομμύρια – κάνα πεντακοσάρικο σημερινό, ψιλοπράγματα. Εμείς πάντως βγήκαμε ευχαριστημένοι, είχαμε κάνει σεφτέ και ο Σταύρος έλεγε ότι το ξέρει το μαγαζί, ψώνιζε ο γέρος του από κει σχολικά είδη και ήτανε γουρλίδικο μαγαζί. Όλα θα πήγαιναν καλά. Στο δεύτερο μαγαζί δε μας δώσανε τίποτα. Να ξαναπεράσουμε, λέει, γιατί ο ίδιος λείπει, αυτός είναι υπάλληλος και τα λοιπά. Βγήκαμε μουρμουρίζοντας μεταξύ μας, κάτι για τη μαύρη αντίδραση που φωλιάζει στο κέντρο και , δίνοντας κουράγιο σε εαυτούς και αλλήλους, ορμάμε στο τρίτο μαγαζί στη σειρά. Το οποίο έτυχε να είναι το καλύτερο και το γνωστότερο ζαχαροπλαστείο της πόλης. Του Χαραμή με τ’ όνομα. Ήτανε η σειρά της Έλλης να πλησιάσει πρώτη και να μιλήσουμε μαζί στο μαγαζάτορα, ενώ ο Σταύρος θα φύλαγε την πόρτα. Προχωράω και καθώς κοντοζύγωνα το ταμείο, όπου καθόταν ένας σοβαρός ηλικιωμένος άνθρωπος, νιώθω κενό δίπλα μου. Γυρίζω να δω για την Έλλη και τι να δουν τα μάτια μου; Είχε ξεμείνει τρία μέτρα πίσω και είχε κολλήσει τη μύτη της σε μια βιτρίνα, όπου πίσω από το γυαλί φαντάζανε προκλητικότατα κάτι γλυκά, μα τι γλυκά. Προπολεμικά. Ούτε σταφίδες ούτε χαρουπόμελα και 20 τέτοια που μας ταΐζανε τότε. Ήτανε ένα είδος πάστες, με κρέμα, με βυσσινάκια, με τα όλα τους, που τις είχαμε ξεχάσει ότι υπήρχαν. Η Έλλη όμως, καθώς πηγαίναμε στο ταμείο, τις είδε και ….κόλλησε. Κυριολεκτικά κόλλησε και δεν ξεκόλλαγε με τίποτα. Τις κοίταζε μονάχα αφηρημένη, ονειροπαρμένη, με το δάχτυλο στο στόμα. Εγώ τα ΄χα χαμένα, δεν ήξερα τι να κάνω, κοκαλωμένος μισό μέτρο από το ταμείο, να βλέπω την Έλλη ακίνητη. Ο γερο – Χαραμής, αυτός θα ΄τανε βέβαια, μας κοίταζε περίεργα και με την άκρη του ματιού μου βλέπω το Σταύρο να μου κάνει νόημα από την πόρτα, να προχωρήσω μόνος μου. Πάω λοιπόν στο ταμείο, μου λέει ο γέρος «τι θέλετε;» το και το, του λέω, για τη Λευτεριά και τα σχετικά. Με κοιτάει, χαμογελάει και μου λέει: -Το κορίτσι μαζί σας είναι; Εδώ ταλαντεύτηκα, δεν ήξερα τι συμφέρει να πω, ναι ή όχι. Με ξαναρωτάει. Ναι, του λέω (που να μην έσωνε, προσθέτω από μέσα μου) και βγάζω από την τσέπη μου ένα κουπόνι. Το κοιτάζει και μου λέει «δε χρειάζεται, κρατήστε το» και βγάζει από το συρτάρι κάτι λεφτά, τα παίρνει στη χούφτα του και σηκώνεται από το ταμείο, βγαίνει πίσω από τον πάγκο κι έρχεται καταπάνω μας. Για λίγα δευτερόλεπτα τα χρειάστηκα. Τώρα λέω, θα γίνει της κακομοίρας, θα μας πετάξουν έξω. Ο γέρος όμως με προσπερνάει και φτάνει στο άγαλμα. Δηλαδή στην Έλλη, που δεν είχε πάρει χαμπάρι τίποτα απ’ όλα αυτά και συνέχιζε να κοιτάζει τις πάστες. Την πλησιάζει και της λέει: -Ποια πάστα σας αρέσει δεσποινίς; Η Έλλη κόκαλο. Δηλαδή, πιο κόκαλο απ’ ό,τι ήτανε μπροστά στη βιτρίνα. -Ξέρετε, του λέει, μόλις συνέρχεται, εγώ δεν ήρθα για πάστα. -Το ξέρω, το ξέρω, της λέει αυτός, αλλά δεν πειράζει, μια που μπήκατε στο μαγαζί μας και σας αρέσουν, να σας προσφέρουμε μία. Και μπροστά στα έκπληκτα μάτια της Έλλης και στα πιο έκπληκτα δικά μας, εμένα και του Σταύρου, τραβάει το τζαμάκι, ανοίγει τη βιτρίνα και με μια σπάτουλα βγάζει μια πάστα με λοφίο και τη σερβίρει σ’ ένα χαρτονάκι. -Πάρτε την, μας λέει, πάρτε κι αυτά και πηγαίνετε. Και μας δίνει τα λεφτά που κράταγε στο χέρι του. -Πηγαίνετε και να προσέχετε, μη βρείτε κανέναν μπελά. Δε θυμάμαι τίποτε άλλο. Τι έγινε με την πάστα, πώς φαγώθηκε, από όλους; Από την Έλλη; Μέσα στο μαγαζί; Έξω; Τίποτε. Τίποτε δε θυμάμαι. Ούτε τι αποκάμαμε με τον έρανο. Θα τον συνεχίσαμε βέβαια κάπως, αλλά μη με ρωτάτε, δεν ξέρω πώς. 21 Το μόνο που μένει στη μνήμη μου είναι εκείνη η αξέχαστη εικόνα: Η Έλλη με τη μύτη κολλημένη στις πάστες, ο Σταύρος με τη ρεπούμπλικα να κάνει μπαμ από μακριά κι εγώ με τη γραβάτα και τα πέδιλα να συμπληρώνω την τοιχογραφία της «ηρωικής», μα πολύ πειναλέας Αντίστασης. Τα κείμενα είναι επιλογή από το βιβλίο του Τάκη Μπενά: «Της Κατοχής – μνήμες μικρές σαν χρέος» και αφορούν στις διηγήσεις εκείνες που διαδραματίζονται στον Πειραιά. Η επιμέλεια είναι της Κλεάνθης Σιφνίου. 9. ΟΙ ΔΙΠΛΟΣΚΟΤΩΜΕΝΟΙ Θα ήταν Αύγουστος γεμάτος, απομεσήμερο, ζέστη φοβερή, όταν ξεχύθηκε η βουή από τις σειρήνες. Συναγερμός. Οι Εγγλέζοι θα ΄ναι πάλι, έρχονται να ρίξουν μπόμπες, Το ΄πε και το ράδιο. Θα βομβαρδίζουν, λέει συνέχεια τον Πειραιά. Κι άμα λες Πειραιά, πες Δραπετσώνα να ΄σαι μέσα. Εδώ είναι μαζεμένα όλα, λιμάνι, σιδηροδρομικός σταθμός, εργοστάσια, πετρέλαια, γερμανικές αποθήκες. Να πηγαίνουμε στα καταφύγια, είπε το ράδιο – Λονδίνο. Ποια καταφύγια; Στη Δραπετσώνα και στην Ανάσταση καταφύγια; Μια απλωμένη παραγκούπολη από το ΄22 με τους πρόσφυγες, άντε και τίποτα μονώροφα σπιτάκια, φτιαγμένα με ιδρώτα κι αίμα. Άμα πέσει μπόμπα εδώ, τελειώνεις. Γι’ αυτό ούτε και που το σκέφτονται οι άνθρωποι. Κοιτάνε να φυλαχτούν περισσότερο από τα βλήματα των αντιαεροπορικών. Τα 22 περίφημα «θραύσματα» που πέφτουν σαν βροχή καυτό σίδερο και τρυπάνε τις παράγκες και τα κεφάλια που ΄ναι μέσα στις παράγκες. Το ιδεώδες «καταφύγιο» για τούτα τα αναθεματισμένα ήτανε από καιρό τώρα τα προπύλαια του νεκροταφείου. Ήτανε στο ίδιο μέρος που είναι σήμερα, αλλά όχι έτσι τουβλόκτιστα. Τότες ήτανε άσπρη πέτρα και μάρμαρο, μια φαρδιά πύλη που αποκάτω της ήσουνα σίγουρος ότι δε θα σου τρυπούσε το κεφάλι το καυτό μολύβι που ΄πεφτε από τον ουρανό. Βρεθήκαμε την ώρα του συναγερμού με τα παιδιά, τον Σπύρο, τον αδερφό του και τον Ντίνο – κυνηγημένοι κι αυτοί από το κέντρο του Πειραιά – πολύ κοντά σ’ αυτή την πύλη, πέντε βήματα που λέει ο λόγος. Τι πιο φυσικό να πάμε και μεις προς τα κει και μάλιστα από τους πρώτους. Είχε και κάμποσες άδειες καρέκλες αραδιασμένες και την αράξαμε στη σκιά να γλιτώσουμε τουλάχιστον από τον καυτό ήλιο του καλοκαιριού. Σε λίγο άρχισε να φτάνει το γυναικομάνι και το παιδομάνι από τη γειτονιά. Ολόκληρα λεφούσια. Με το που εμφανίστηκαν και οι πρώτες γριούλες, σηκωθήκαμε να τους δώσουμε τις καρέκλες μας να κάτσουν και μεις είπαμε να πάμε καμιά βόλτα μέσα στους τάφους, να χαζέψουμε με κάποιες περίεργες επιγραφές της ανθρώπινης ματαιοδοξίας. Το ΄χαμε ξανακάνει αυτό, γιατί το νεκροταφείο για μας ήτανε και πέρασμα από τη Δραπετσώνα προς Κερατσίνι. Αρχίσαμε να περπατάμε λοιπόν μέσα στην ησυχία των νεκρών προς την εκκλησιά, κάμποσος δρόμος δηλαδή, όταν ξαφνικά σειέται ο τόπος από κάποια μπόμπα που θα ΄πεσε κάπου κοντά. Τρέξαμε γρήγορα να χωθούμε στην εκκλησιά και μόλις που μπαίναμε μας κοπανάει από πίσω, από την πλάτη, κάτι δυνατό και μας ρίχνει κατάχαμα ανθρώπους, μανουάλια και εικόνες ανάκατα. Μπόμπα, πολύ κοντινή φαίνεται και καθώς με την έκρηξη αμολυθήκανε αέρια δυνατά, μας σπρώξανε τόσο γερά που τα χρειαστήκαμε. Είδαμε και τον πολυέλαιο από πάνω μας να χορεύει τρελά, οπότε δε χρειάστηκε καμιά συνεννόηση για να το βάλουμε στα πόδια. Είναι περίεργο, αλλά όπως φαίνεται οι άνθρωποι την ώρα του όποιου κινδύνου, το βάζουν στα πόδια. Είτε πρέπει να γίνει έτσι είτε όχι. Η σωτηρία «δια της φυγής», ένστικτο, αταβισμός, κάτι τέτοιο. Έτσι και μεις βρεθήκαμε να τρέχουμε έξω από την εκκλησιά, στο πίσω μέρος, προς το φράχτη του νεκροταφείου και το μικρό πορτάκι του, που βγαίνει στα πρώτα σπίτια. Προς το Κερατσίνι. Θα είχε περάσει καμιά ώρα – μιάμιση, όταν έληξε ο συναγερμός και μεις οι τέσσερις βαλθήκαμε να γυρίσουμε πίσω στη Δραπετσώνα από τον ίδιο δρόμο, 23 μέσα από το νεκροταφείο. Μόλις προσπεράσαμε την εκκλησιά και βαδίζαμε για την πύλη, είδαμε κόσμο μαζεμένο στην περιοχή με τους φτηνούς τάφους να κινιέται σιωπηλά σαν αρχαίο χορικό. Πλησιάζουμε να δούμε και ξαφνικά μαρμαρώσαμε. Οι πεθαμένοι είχανε πεταχτεί έξω από τους τάφους τους και ήτανε ένας σωρός κουβάρι με σπασμένα μάρμαρα, σπασμένα κλαδιά και χώμα, όλα ανάκατα. Μια μπόμπα είχε πέσει απάνω τους κι έφτιαξε τούτη τη φρικαλέα εικόνα. Γιατί δεν ήτανε να πεις ολόκληροι πεθαμένοι, σαν αυτούς που ξέρουμε από τις κηδείες. Εδώ ήτανε κομμάτια χέρια, πόδια, κεφάλια, έτσι καθώς τους πέταξε από τους τάφους η μπόμπα και τους σκόρπισε στα τέσσερα σημεία του ορίζοντα. Ο Σπύρος έφυγε τρέχοντας κρατώντας το στόμα του και μεις οι υπόλοιποι τον ακολουθήσαμε. Δεν ήτανε να σταθείς εδώ ούτε λεπτό. Τρέξαμε για την πύλη, να βγούμε έξω. Ποια πύλη… Εδώ ήτανε που έγινε ο χαμός. Μια μπόμπα είχε πέσει απάνω στην αψίδα της πύλης και την είχε κάνει σκόνη μαζί με τις γυναίκες και τα παιδιά που βρίσκονταν από κάτω, σαράντα τόσοι νεκροί, χώρια οι τραυματίες, έτσι λέγανε κάποιοι που στέκονταν δίπλα μας, κι είχανε φτάσει νωρίτερα από μας. Κάποια στιγμή, ο Ντίνος μου δείχνει με το δάχτυλο να δω ένα σημείο. Βλέπω μια μεγάλη λακκούβα, ήτανε ο κρατήρας της μπόμπας. – Δεν καταλαβαίνω, του λέω, γιατί μου το δείχνεις αυτό. – Δεν καταλαβαίνεις; Για κοίτα να δεις στα χείλη αυτού του κρατήρα, τα βλέπεις τα καρεκλοπόδαρα; Εκεί καθόμασταν και προσφέραμε τις καρέκλες μας στις γριούλες, μου λέει και γίνεται άσπρος. Φύγαμε αμέσως από κει και μπήκαμε στη γειτονιά, ανάμεσα στα σπίτια, στους ανθρώπους, να ηρεμήσει λίγο η ψυχή μας, δε γινότανε αλλιώς, μας είχανε πέσει μαζεμένα σήμερα. Μα από όλα τούτα εμένα, για πολύ καιρό ακόμα, δε μου φεύγανε από το νου οι πεθαμένοι που τους ξανασκοτώσανε. Διπλά άτυχοι ετούτοι. Μια που τους καθάρισε η γερμανική Κατοχή με την πείνα και μια που τους ξανασκότωσαν οι εγγλέζικες μπόμπες. Τα κείμενα είναι επιλογή από το βιβλίο του Τάκη Μπενά: «Της Κατοχής – μνήμες μικρές σαν χρέος» και αφορούν στις διηγήσεις εκείνες που διαδραματίζονται στον Πειραιά. 24 Ο Τάκης Μπενάς ήταν μαθητής του Α΄ Γυμνασίου Πειραιά –δηλαδή της σημερινής Ιωνιδείου Σχολής. Η Γκεστάπο στεγαζόταν στην πλατεία Κοραή, εκεί που σήμερα βρίσκονται οι διάφορες καφετέριες, στον πεζόδρομο της οδού Καραίσκου *Στο 6ο κεφάλαιο «Ο γκλιουμπς», («ο τοίχος που έζωνε τη Ράλλειο Ακαδημία») ο τοίχος που πρέπει να γραφτεί το σύνθημα από το απόσπασμα του Ρήγα, είναι ο τοίχος του σημερινού οικοδομήματος απέναντι από την πλατεία Κοραή και το Δημοτικό Θέατρο, που είναι γιαπί από την περίοδο της χουντικής δημαρχίας του Αρ. Σκυλίτση ενώ μέχρι τότε στέγαζε τη Ράλλειο Παιδαγωγική Ακαδημία. **Στο 7ο κεφάλαιο «Μια γιαγιά χρηματοδοτεί τον Κολοκοτρώνη», η πορεία ξεκινώντας από την Αγία Τριάδα ακολούθησε την οδό που περνάει ακριβώς μπροστά της δηλαδή την σημερινή Εθνικής Αντιστάσεως, προχώρησε στη Ρετσίνα και μετά όπως περιγράφει ο συγγραφέας διασκορπίστηκε σε μικρότερες μέχρι να φτάσει στην Κοκκινιά. Η Εθνικής Αντιστάσεως ήταν ο ίδιος δρόμος που θα παρελάσει περήφανα ο Ε.Λ.Α.Σ. μετά τη νικηφόρα μάχη της Ηλεκτρικής τον Οκτώβρη του ΄44 για να κατευθυνθεί στο κέντρο της πόλης. ***Στο 8ο κεφάλαιο «Ο έρανος» το ζαχαροπλαστείο του Χαραμή ήταν μέχρι πριν λίγα χρόνια στην πλατεία της Τερψιθέας δίπλα στο σημερινό «Οίκο του Ναύτου» στον πεζόδρομο της Κων. Παλαιολόγου. ΠΗΓΗ: Α΄ Σύλλογος Αθηνών Εκπαιδευτικών Π.Ε. Τα κείμενα είναι επιλογή από το βιβλίο του Τάκη Μπενά: «Της Κατοχής – μνήμες μικρές σαν χρέος» και αφορούν στις διηγήσεις εκείνες που διαδραματίζονται στον Πειραιά. Η επιμέλεια είναι της Κλεάνθης Σιφνίου.