Το Σύνταγμα ορίζει ως δικαίωμα των πολιτών την ελεύθερη ίδρυση πολιτικών κομμάτων και την ελεύθερη συμμετοχή σ’ αυτά(Άρθρο 29). Θέτει όμως ένα βασικό όρο ως προς την ίδρυση: την εξυπηρέτηση του δημοκρατικού πολιτεύματος και ότι συνεπάγεται  ο κεφαλαιώδης όρος αυτός. Μεθερμηνευόμενος λοιπόν αυτός ό όρος πολύ απλά ορίζει πως ένα κόμμα για να υφίσταται, αλλά και για να ασκήσει πολιτική εξουσία  πρέπει να εξυπηρετεί το δημοκρατικό πολίτευμα, άρα να σέβεται απόλυτα όσο και να εφαρμόζει απαρέγκλιτα, σταθερά πιστά και ουσιαστικά του κανόνες του Συντάγματος. Στην παράγραφο 2 του ίδιου άρθρου αναφέρεται: «Τα κόμματα έχουν δικαίωμα στην οικονομική τους ενίσχυση από το Κράτος για τις εκλογικές και λειτουργικές τους δαπάνες, όπως νόμος ορίζει». Ευνόητο είναι ότι με την παράγραφο αυτή, γίνεται προσπάθεια να διασφαλιστεί το σύνολο των δραστηριοτήτων και ενεργειών τους από την διαφθορά και τον επηρεασμό από ιδιωτικά όσο και προσωπικά ευτελή συμφέροντα. Διότι στην περίπτωση που τα κόμματα δεν φροντίζουν ώστε η λειτουργία τους να διέπεται από οικονομική αυτοτέλεια, ελευθερία και δημοκρατικές εσωτερικές διαδικασίες, δημιουργείται απειλή για την δημοκρατία. Η ιστορία δυστυχώς αναφέρει πολλά τέτοια παραδείγματα προς αποφυγή που θα έπρεπε να διδάσκουν. Ακριβώς για αυτό τον λόγο η πολιτεία ενισχύει οικονομικά τα κόμματα ανάλογα με την «ανταπόκριση» που αυτά έχουν από τους πολίτες, όπως αυτή αποτιμάται με το ποσοστό ψήφων που λαμβάνουν.
   Το ερώτημα είναι αν στην πράξη ισχύουν πλήρως όλα αυτά εκ μέρους των κομμάτων …
Πριν προχωρήσουμε ας θυμηθούμε δύο διατυπώσεις περί του όρου κόμμα:
 «Κόμμα (το) {κόμμ-ατος / -ατα, άτων} 1. η οργανωμένη ομάδα πολιτών με κοινή ιδεολογία και πολιτικές πεποιθήσεις, που διαθέτει ιεραρχία, αρχηγό και συγκεκριμένο πρόγραμμα διακυβέρνησης και στοχεύει στην εξάπλωση των ιδεών της και στην άνοδό της στην εξουσία με δημοκρατικές διαδικασίες: φιλελεύθερο / δημοκρατικό / λαϊκό / αγροτικό / εργατικό / συντηρητικό / σοσιαλιστικό / κομουνιστικό / χριστιανοδημοκρατικό ~ || ενιαίο / ομοιογενές / κυβερνών / αντιπολιτευόμενο ~ || αρχηγός / ηγέτης / ηγεσία / εκπρόσωπος / στέλεχος κόμματος || σύσκεψη / αναμέτρηση / γραμμή / πολιτική / ενότητα / διάσπαση κόμματος || ένα ~ οργανώνεται / συστήνεται / διαλύεται 2. (μτφ.-κακ-κοσ.)  η σύμπραξη δύο ή περισσότερων ατόμων που επιδιώκουν τους ίδιους σκοπούς, στη ΦΡ. κάνω κόμμα (εναντίον κάποιου) ενεργώ συντονισμένα μαζί με τον με τον άλλον / άλλους (εναντίον κάποιου): μάννα και κόρη έχουν κάνει κόμμα εναντίον μου || μερικοί συνάδελφοί του του έχουν κάνει κόμμα  και τον κατηγορούν με κάθε ευκαιρία. 3. (…).
[ΕΤΥΜ. Αρχ. < κόπτω  Η πολιτική σημ. αποτελεί αποδ. στην Ελλην. ξέν. όρων πβ. αγγλ. party, γαλλ. partie, γερμ. partei κ.ά. Με αυτή την σημ. η λ. μαρτυρείται από το 1871].
(…) το κώμα, αρχαία λέξη, σήμαινε τον βαθύ ύπνο, τον λήθαργο. Η λέξη συνδέεται ετυμολογικά με το κεί-μια (*κωι-μα > κώ – μα από ρίζα κει-), πιθ. και με το κοι-μώμαι(με περισπωμένη). Από το κείμαι «ξαπλώνω» σχηματίστηκαν παράγωγα με –τ- (κοί-τη, αρχ. κοί-τος> κατά-κοιτος, κοιτίδα, κοιτάζω) και παράγωγα με –μ- (*κοι-μα> κοι-μάω / κοι-μώμαι / κοι-μίζω)».*
Ενδιαφέρουσα είναι και η σημασία της ομόηχης λέξης «κώμα»  και για αυτό την παραθέσαμε, χωρίς να υποθέτουμε ή να εννοούμε πως με την παρούσα πολιτική κατάσταση οι δύο έννοιες, κατά περίπτωση, ταυτίζονται ή έστω συγχέονται…
Εσείς τι γνώμη έχετε;
Για να δούμε και μια άλλη προσέγγιση επί του θέματος από πολιτική σάτιρα στα τέλη του 19ου αιώνα: «Κόμμα εναι μς νθρώπων εδότων να ναγιγνώσκωσι κα ν ρθογραφσιν, χόντων χερας κα πόδας γιες λλ μισούντων πσαν ργασίαν, οτινες νούμενοι π να ρχηγν οονδήποτε ζητοσι ν᾿ ναβιβάσωσιν ατν δι παντς μέσου ες τν δραν το πρωθυπουργο να παράσχ ατος τ μέσα ν ζσιν χωρς να σκάπτωσιν».**
    Κάποιες απόψεις, επί του πρακτέου, του σύγχρονου πολιτικού γίγνεσθαι θα επιχειρήσουμε να εκφράσουμε παρακάτω.
Σήμερα λοιπόν όλα ανεξαιρέτως τα μεγάλα κόμματα ποθούν την αυτοδυναμία. Αν δεν κάνουμε λάθος η βουλή είναι η νομοθετική εξουσία, η δε κυβέρνηση η εκτελεστική. Η νομοθετική εξουσία είναι που δημιουργεί –κρίνοντας το σκόπιμον- νόμους, ελέγχει την εκτελεστική εξουσία(= κυβέρνηση) και ενισχύει την δικαστική εξουσία. Σε μια ευνομούμενη δημοκρατία η δικαστική εξουσία («στερεωμένη» θεσμικά λ.χ. με τον τρόπο εκλογής των ύπατων δικαστών, όσο και ακλόνητη ηθικά) κρίνει πραγματοποιώντας αδιάλειπτο ακατάπαυστο έλεγχο, την εύρυθμη του κράτους δικαίου λειτουργία διαμέσου των νόμων,  χωρίς  να εξαιρείται κανένας, ακόμη και τα μέλη της νομοθετικής εξουσίας δηλαδή της κυβέρνησης. Η δε κυβέρνηση εποπτεύει, χειρίζεται, επιμελείται, ενεργεί τα του κράτους  Θεωρούμε περιττό να υπογραμμίσουμε πως μάλλον κανείς βουλευτής δεν πρέπει να γίνεται υπουργός(εκτός αν παραιτηθεί), για έτσι έχουμε σύγχυση και ταύτιση εξουσιών. Άλλωστε δεν τίθεται ύψιστο άλυτο πρόβλημα, όταν μέλη της κυβέρνησης κατέχουν και έδρανα κοινοβουλίου, εφόσον η «δουλειά» της κυβέρνησης είναι, μεταξύ των άλλων, να προτείνει σχέδια νόμων και όχι να νομοθετεί και (θα πρέπει να) ελέγχεται από την βουλή; Ο υπουργοποιημένος βουλευτής εντέλλεται δηλαδή να ελέγξει τον εαυτό του;
Όλα τα παραπάνω μπορεί να φαίνονται ή να ακούγονται μόνο τυπικές επισημάνσεις, αλλά δεν είναι.
   Έχουμε την εντύπωση πως σε μια ατόφια δημοκρατία θα πρέπει, οι ενεργοί και μορφωμένοι πολίτες, πολίτες οι οποίοι λαμβάνουν γνώση της πραγματικότητας με δική τους ευθύνη, να εκφράζουν την πολιτική τους προτίμηση εκλέγοντας κόμμα και όχι πρωθυπουργό. Και τούτο διότι το κόμμα (αν και όταν είναι αυτοδύναμο) θα πρέπει με απόλυτα δημοκρατικές διαδικασίες να «δείξει» τον πρωθυπουργό. Ο οποίος θα μπορεί να είναι και έτερο πρόσωπο εκτός του αρχηγού (ίσως και εκτός του κόμματος αν εκεί βρεθεί ο ταλαντούχος και ικανός!). Και ο πρωθυπουργός, αν έχει δημοκρατικές αρχές, εφόσον ελέγχεται «δίνει λόγο» στο κόμμα, σε καμιά περίπτωση δεν πρέπει μόνο κατά την κρίση του να προσπαθεί να τροποποιήσει τους  υφιστάμενους μηχανισμούς εντός του κόμματος του, οι οποίοι μηχανισμοί εκτός των άλλων υπάρχουν και για να ελέγχουν και τον ίδιο. Ψιλά γράμματα; Μάλλον το αντίθετο.
Για να δούμε εν τάχει και τι είναι εκτός από πρωθυπουργός ο πρωθυπουργός, εδώ στην χώρα που γέννησε την δημοκρατία.
Είναι λοιπόν αρχηγός της κυβέρνησης και συνήθως πρόεδρος αυτής.  Επίσης ηγείται της κοινοβουλευτικής του ομάδος, είναι βουλευτής είναι και ταγός- πρόεδρος κόμματος. Πολλές φορές είναι και υπουργός. Αποφασίζει για τις κινήσεις και την στρατηγική της κυβέρνησης, ο ίδιος διορίζει αλλά και παύει υπουργούς και γενικά μέλη της κυβέρνησης, επί της ουσίας διαγράφει βουλευτές από την κοινοβουλευτική του ομάδα αλλά και μέλη από το κόμμα. Επίσης ο ίδιος εκτιμά την πρόοδο των διο-ρισμένων υπό αυτού κυβερνητικών στελεχών και επιπροσθέτως βάση της δικής του εκτιμήσεως γίνεται ανασχηματισμός της κυβέρνησης.
 Όταν και όπως αυτός ορίσει.
Ας ερευνηθεί, από εμάς τους πολίτες τι συμβαίνει σε άλλες δημοκρατικές χώρες.
Η ερώτηση που τίθεται είναι η εξής: Δημοκρατία είναι αυτή ή μονοκρατορία;
Μία ακόμη: Όλα τα παραπάνω έχουν καμιά σχέση(εκτός από το όνομα) με την δημοκρατία της αρχαίας Αθήνας;
Προφανώς όση είναι η σχέση του λαμπρού της ημέρας φωτός με το έρεβος της ασέληνης νύχτας.
Να μιλήσουμε για την «δίκαιη» εκπροσώπηση και «αναλογικότητα» με βάση το τωρινό εκλογικό σύστημα;
Θα χρειαζόμασταν σελίδες για αυτή την σατιρική κωμωδία.
   Αν σήμερα οδεύουμε στην πτώχευση των πολιτικών ιδεολογιών, φορείς αυτής της πτώχευσης είναι μερίδα των πολιτικών κομμάτων. Είναι αδύνατο δημοκρατία να υφίσταται με κομματικό χαρακτήρα. Εννοούμε, μεταξύ άλλων, πως είναι εκτός ηθικής το γεγονός πως το κατά περίπτωση «κυβερνών»  κόμμα (ή κόμματα) με την πρωτοκαθεδρία στο κοινοβούλιο, επικυρώνει νόμους οι οποίοι στην ουσία εκφράζουν μόνο την θέληση της κυβέρνησης(= εκτελεστική εξουσία), δηλαδή είναι «βουλεύματα», κρίσεις, αποφάσεις αυτής, με άμεσο παράγωγο η κοινοβουλευτική πτέρυγα(με βουλευτές έχοντες θέσεις στην κυβέρνηση)  που έχει το μεγαλύτερο ποσοστό ψήφων,  να είναι ταυτόχρονα και η νομοθετούσα εκτελεστική κυβερνητική εξουσία.
 Όσο για την δυνατότητα που παρέχεται στα δικαστήρια για απόδοση δικαιοσύνης ένα θα πούμε: ενδεχομένως μεγάλη των πολιτών μερίδα πιστεύει,  πως η δικαιοσύνη αποτελεί κομμάτι – μέρος της πολιτικής εξουσίας…
Εύστοχος ο Αριστοτέλης θα ονομάσει τυραννία των πολλών αυτό το είδος της δημοκρατίας που στην πόλη κυρίαρχος είναι όχι ο νόμος, αλλά η θέληση της πλειοψηφίας, η οποία ελέγχεται και κατευθύνεται από τους δημαγωγούς.***
   Η ιστορία διδάσκει πως σημαντικές απαντήσεις δόθηκαν στις περιόδους που τέθηκαν σημαντικά ερωτήματα και υπήρξαν σημαντικά προβλήματα.
Κάθε πρόβλημα γεννά, δυνητικά, και μια λύση… είναι μια ευκαιρία για βελτίωση, για εξέλιξη.
Άρα ίσως ήδη να βρισκόμαστε, εν μέσω δυσκολιών, στην οδό της μεταβολής προς το καλύτερο.
Αν είναι έτσι, αυτό είναι κάτι το αισιόδοξο!


Υποσημειώσεις
 
*     Γεωργίου Μπαμπινιώτη «Λεξικό της νέας Ελληνικής γλώσσας». Με αξιοποίηση του ΓΛΩΣΣΙΚΟΥ ΑΡΧΕΙΟΥ του Σπουδαστηρίου Γλωσσολογίας του Πανεπιστημίου Αθηνών. Κέντρο Λεξικολογίας ΕΠΕ. Αθήνα 1998
**   Εμμανουήλ Ροΐδης , από τη σατυρική του εφημερίδα «Ασμοδαίος: Διαβολοσκορπίσματα», 23- 2 -1875
***   «Πολιτικά»  129α/5-30.