spot_img

      Subscribe Now!

 

Saturday, May 28, 2022
spot_img
spot_img

73 ΧΡΟΝΙΑ ΑΠΟ ΤΟΝ ΘΑΝΑΤΟ ΤΟΥ ΚΩΣΤΗΣ ΠΑΛΑΜΑΣ (1859-1943)     

Hellenic News
Hellenic News
The copyrights for these articles are owned by HNA. They may not be redistributed without the permission of the owner. The opinions expressed by our authors do not necessarily reflect the opinions of HNA and its representatives.

Latest articles

 

                             Υπό Μαρίας-Ελευθερίας Γ. Γιατράκου             

                                             Δρ . Φιλ. Πανεπιστημίου Αθηνών

 

Συνέχεια από το Δελτίο 137, Απριλίου-Μαϊου 2016

Thanks for reading Hellenic News of America

 

Το 1912, ο Παλαμάς δημοσιεύει την ποιητική συλλογή «Καημοί της λιμνοθάλασσας», που προέρχεται από τα νεανικά βιώματά του, όταν ζούσε στην Ιερή Πολιτεία.

 

ΜΙΑ ΠΙΚΡΑ

Τα π-Μαϊρώτα μου χρόνια τ’ αξέχαστα τάζησα

κοντά στ’ ακρογιάλι,

στη θάλασσα εκεί τη ρηχή και την ήμερη,

στη θάλασσα εκεί την πλατειά, τη μεγάλη.

Και κάθε φορά που μπροστά μου η πρωτάνθιστη

ζωούλα προβάλλει,

και βλέπω τα ονείρατα κι’ ακούω τα μιλήματα

των πρώτων μου χρόνων κοντά στ’ ακρογιάλι,

 

στενάζεις, καρδιά μου, το ίδιο αναστέναγμα:

Να ζούσα και πάλι

Στη θάλασσα εκεί τη ρηχή και την ήμερη,

στην θάλασσα εκεί την πλατειά, τη μεγάλη.

Μια μάνα είν’ η μοίρα μου, μια μάνα είν’ η χάρη μου,

δε γνώρισα κι άλλη:

Μια θάλασσα μέσα μου σα λίμνη γλυκόστρωτη

και σαν ωκεανός ανοιχτή και μεγάλη.

 

Και να! μες τον ύπνο μου την έφερε τ όνειρο

κοντά μου και πάλι

τη θάλασσα εκεί τη ρηχή και την ήμερη,

τη θάλασσα εκεί την πλατειά, τη μεγάλη.

 

Κι εμέ, τρισαλίμονο, μια πίκρα με πίκρανε,

μια πίκρα μεγάλη,

και δε μου τη γλύκαινες, πανώριο ξαγνάντεμα

της πρώτης λαχτάρας μου, καλό μου ακρογιάλι.

 

Ποια τάχα φουρτούνα φουρτούνιαζε μέσα μου

και ποια ανεμοζάλη,

που δεν μου την κοίμιζες και δεν την ανάπαυες,

πανώριο ξαγνάντεμα, κοντά στ’ ακρογιάλι,

 

Μια πίκρα είν’ αμίλητη, μια πίκρα είν’ ανεξήγητη,

μια πίκρα μεγάλη,

η πίκρα που είν’ άσβηστη και μες τον παράδεισο

των πρώτων μας χρόνων κοντά στ’ ακρογιάλι.

(Καημοί της Λιμνοθάλασσας)

 

Τον ίδιο χρόνο τυπώνει ιη συλλογή του «Η Πολιτεία και η μοναξιά» και την επόμενη συλλογή του «Βωμοί» δημοσιεύει το 1915 και το 1928 παρουσιάζεται με τη συλλογή του «Δειλοί και σκληροί στίχοι». Ακολουθούν πολλές άλλες συλλογές όπως «Περάσματα και χαιρετισμοί», «Οι νύκτες του Φημίου» και «ξανατονισμένη μουσική». Το τελευταίο είναι στιχουργική μετάφραση ποιημάτων Ευρωπαίων ποιητών.

Εκτός της όλης ποιητικής και φιλολογικής του εργασίας, ο Κωστής Παλαμάς άφησε δύο θεατρικά αριστουργήματα. Το δράμα «Τρισεύγενη» (1903) και τη νουβέλα «Θάνατος του παλληκαριού» το 19011.

Στο «κελλί της Ασκληπιού» (αποσπασματικά) είναι καταπληκτικά όσα μας διασώζει στην αυτοβιογραφία του για τον Κωστή Παλαμά, ο Κων/νος Τσάτσος1.

Κατά το 1922, έβαλα τη μάνα μου να δακτυλογραφήσει τα ποιήματά μου, όσα τότε φανταζόμουν παρουσιάσιμα, με τη σκέψη να τα υποβάλω στον Παλαμά. Έτσι, ένα πρωί, με τον θησαυρό μου υπό μάλης πήγα στο γραφείο του Γενικού Γραμματέως του Πανεπιστημίου, στο Κεντρικό Κτίριο. Δειλά και με την ψυχή τρεμάμενη χτύπησα την πόρτα και άκουσα ένα βραχνό «εμπρός». Κάτω από τα πυκνά φρύδια με κοίταζαν ανιχνευτικά δύο βαθιά μάτια. Είπα το όνομά μου, την ιδιότητά μου και τον σκοπό της επίσκεψής μου. Ο άνθρωπος, συνηθισμένος από τέτοιες εισβολές, παρέλαβε τα χαρτιά που είχε φροντίσει να συρράψει η μάνα μου και μου είπε με μια εξαιρετική προσήνεια να περάσω μετά μία εβδομάδα να μου πει. Μετά μία εβδομάδα παρουσιάσθηκα με τον ίδιο τρόπο, στο ίδιο γραφείο. Ο Παλαμάς μου ζήτησε συγγνώμην διότι δεν πρόφτασε να με διαβάσει. Αλλάξαμε μερικές φιλοφρονήσεις και έφυγα. Πάλι μετά μία εβδομάδα πήγα, αλλά και πάλι με παρακάλεσε να ξαναπάω σε μία εβδομάδα. Αρκετά απογοητευμένος ξανάφυγα αλλά και αποφασισμένος να επιμείνω. Πραγματικά ξαναπήγα και τότε ο Παλαμάς με δέχθηκε αλλοιώτικα.

Μου είπε ένα σωρό καλά λόγια. Ιδίως – και αυτό είχε για μένα τότε σημασία – να εξακολουθήσω να γράφω. Μιλήσαμε εκείνη τη φορά για ξένη ποίηση, για τις προτιμήσεις μου δόθηκε στον Παλαμά η ευκαιρία να καταλάβει ότι είχα πολλά διαβάσει. Τότε με κάλεσε να πάω μια ορισμένη μέρα στο σπίτι του, Ασκληπιού 3, να κουβεντιάσουμε. Έτσι, άρχισα να είμαι τακτικός επισκέπτης του «κελλιού». Ήταν για μένα το μεγάλο σχολείο. Είναι αδύνατο να πω τώρα τι διδάχτηκα από τον Παλαμά. Αλλά είναι βέβαιο πως άντλησα πολλά από τη σοφία του, από τις εκλάμψεις του πνεύματός του. Ήμουνα συνεπαρμένος από αυτόν τον βαθυστόχαστο ποιητή με την πλατειά σκέψη, με την ικανότητα να καταλαβαίνει κάθε είδους μορφές ποιητικού λόγου και να τις κρίνει με μια υπέροχη δικαιοσύνη.

Εκείνο τον καιρό είχε φύγει ο Αλέξανδρος Εμπειρίκος για το εξωτερικό και ο Παλαμάς είχε γίνει το μόνο μου καταφύγιο, το παράθυρό μου προς τον ανοιχτό ορίζοντα.

Τον Σεπτέμβριο του 1922 μου διάβασε το ποίημά του για τη μικρασιατική συμφορά. «Τους Λύκους». Διάβαζε πολύ ωραία. Κοντεύουν 60 χρόνια από τότε και ακόμη θυμάμαι τη συγκίνησή μου. Μου έκανε εντύπωση ότι ενώ δεν ήξερε παρά μόνο γαλλικά, από πολύ μέτριες μεταφράσεις – η γαλλική γλώσσα δεν μπορεί να αποδώσει ξενόγλωσσα κείμενα – κατόρθωσε να καταλάβει Άγγλους, Γερμανούς και Ιταλούς ποιητές, χάρις στο διεισδυτικό του αισθητήριο.

Ώσπου να φύγω για τη Γερμανία, η επικοινωνία αυτή συνεχίσθηκε χωρίς διακοπή. Αλλά και όταν μετά τρία χρόνια γύρισα, ίσως όχι τόσο τακτικά, όμως πολύ συχνά περνούσα μερικές ώρες στο «κελλί», πάντα γόνιμες αλλά και ευχάριστες, διότι ο Παλαμάς, εκτός από τόσα άλλα που μου πρόσφερε, είχε χιούμορ, που το ασκούσε συνήθως εις βάρος του. Του άρεσε το αστείο και όταν του έλεγα κάτι που άξιζε να το διασκεδάσεις, ξεκαρδιζόταν στα γέλια.

Τακτικοί επισκέπτες στο «κελλί» ήταν τα ίδια χρόνια μ’ εμένα και ο Κατσίμπαλης, κάποτε ο Δ. Αντωνίου (ο Καπετάνιος όπως τον λέγαμε, διότι εκτός από ποιητής ήταν και πλοίαρχος του εμπορικού ναυτικού), ο Σεφέρης, ο Καραντώνης.

Τον ίδιο καιρό στην οδό Ασκληπιού ερχόταν και ο Σικελιανός.

Το 1930 του ανήγγειλα ότι σχεδιάζω να γράψω μια μελέτη για το έργο του. Το χάρηκε. Λίγο όμως αργότερα έπαθε ένα εγκεφαλικό επεισόδιο από το οποίο συνήλθε, χωρίς όμως να ξαναγίνει ο παλιός Παλαμάς. Συγχρόνως με τον Παλαμά γκρεμίσθηκε και το «κελλί» του, όταν οι ιδιοκτήτες του αποφάσισαν να το κάνουν πολυκατοικία.

Ακολούθησε η αναγκαστική μετακόμιση από την οδό Ασκληπιού στην οδό Περιάνδρου 5 στην Πλάκα, ένα πιο άνετο σπίτι, πιο ευρύχωρο αλλά που δεν απόχτηκε ποτέ την υποβλητικότητα και τη ζεστασιά του «κελλιού», όπου είχε ζήσει γύρω στα 50 χρόνια.

Ο Παλαμάς ταξίδεψε σ’ όλον τον κόσμο με τη μελέτη και τη φαντασία του, βιώνοντας στην κυριολεξία την «Ασάλευτη ζωή», στο κελλί του, στο ιστορικό σπίτι της οδού Ασκληπιού 3, στο ασκητήριό του στην «Πολιτεία και μοναξιά» μέχρις ότου αναγκάσθηκε στα τελευταία χρόνια της ζωής του να μετακομίσει σ’ έναν κάθετο δρόμο της Φιλελλήνων, στην Περιάνδρου 5.

Στο ιστορικό σπίτι της Ασκληπιού 3 συγκεντρώνονταν επί χρόνια οι εκπρόσωποι της φιλολογικής Αθήνας, στο ονομαστό «σαλόνι» του και τα τελευταία χρόνια του στην οδό Περιάνδρου 51.

Ο Παλαμάς, γράφει ο Κώστας Στεργιόπουλος2, ανήκει κατά μέγα μέρος στην Ιστορία. Φτάνει όμως να επιχειρήσουμε για μια στιγμή να τον αφαιρέσουμε, για να δούμε πόσο μεγάλο κενό ανοίγεται και πόσο αλλάζει μονομιάς η όψη της συνέχειας. Θα μπορούσαμε ν’ αναρωτηθούμε κι’ εμείς μαζί με τον Άγρα: «Είναι λοιπόν – αδίσταχτα – μεγάλος ο Παλαμάς; Δεν ξέρω μα τρέμω να φανταστώ τί θάταν η νεοελληνική ποίηση» ας προσθέσουμε και γενικότερα τα γράμματά μας – χωρίς το ανάστημά του. «Ένα παραμύθι δίχως γίγαντα· μια χώρα δίχως βουνό. Μια θρησκεία δίχως προφήτη. Μια ιστορία δίχως ήρωα».

Ο Άγγελος Σικελιανός στην ομιλία του στον «Παρνασσό» το 1936 με θέμα: «Ο Παλαμάς ασκητής και μύστης», θέλοντας να τοποθετήσει την τελική εικόνα του Παλαμά μπροστά στους ακροατές του, «απλά και καθαρά» όπως λέει, τον ονομάζει, άγιο. «Ο Παλαμάς», γράφει, «εμόχθησε, έλπισε, αγάπησε, αιμάτωσε, αγωνίστηκε, ενίκησε, για μας. Ο Παλαμάς λοιπόν, είναι ένας άγιος»[1].

Ο Παλαμάς όντως εμόχθησε σκληρά σμιλεύοντας στίχους και πεζά σαν τον χρυσικό στο εργαστήρι του. Δεν χάρηκε την άνετη ζωή, ούτε τη φύση. Αποτυπώνει αυτόν τον πιο τρανό καημό του σε στίχους, στη συλλογή του «Η Πολιτεία και Μοναξιά».

Ο ΠΙΟ ΤΡΑΝΟΣ ΚΑΗΜΟΣ ΜΟΥ

Την ώρα την υπέρτατη που θα το σβη το φως μου

αγάλια αγάλια ο θάνατος, ένας θα να είν’ εμένα

ο πιο τρανός καημός μου.

Δε θα είν’ οι κούφιοι λογισμοί, τα χρόνια τα χαμένα,

της φτώχειας η έγνοια, του έρωτα η ακοίμητη λαχτάρα,

μια δίψα μέσ’ στο αίμα μου, προγονική κατάρα,

μήτε η ζωή μου η αδειανή συρμένη απ’ το μαγνήτη

πάντα της Μούσας, μήτ’ εσύ, χιλιάκριβο μου σπίτι.

Ο πιο τρανός καημός μου

θα είναι πώς δε δυνήθηκα μ’ εσέ να ζήσω, ώ πλάση,

πράσινη απάνου στα βουνά, στα πέλαγα, στα δάση,

θα είναι πώς δε χάρηκα σκυφτός μέσ’ τα βιβλία,

ώ φύση, ολάκερη ζωή, κι ολάκερη σοφία!

 

Το τελευταίο μέρος του άρθρου θα παρουσιασθεί στο επόμενο Δελτίο

 

 

 

ΗΕLLENIC LINK, Inc,

The copyrights for these articles are owned by the Hellenic News of America. They may not be redistributed without the permission of the owner. The opinions expressed by our authors do not necessarily reflect the opinions of the Hellenic News of America and its representatives.

Get Access Now!

spot_img
spot_img
spot_img