Σχολείο (Ποίημα) του Δρ. Χρήστου Ευαγγελίου

 

Η πρώτη μέρα στο σχολειό, σαν πρώτη μας αγάπη, αφήνει πιο βαθύτερα τ’ αχνάρια στην ψυχή μας, και σαν ανάμνηση γλυκιά γίνεται με τα χρόνια!

Δεν ήταν εύκολο μαθές ν’ αφήσει τα παιχνίδια, να πάρει τα μολύβια του, την τσάντα με βιβλία, και να τραβήξει σιγαλά για την αυλή σχολείου.

Αυλή σχολείου διάφορη από σπιτιού τη μάντρα, πολύχρωμη, πολύφωνη, παιδιά πολλά γεμάτη,
που συνωθούνται τρέχοντας, σα μέλισσες κυψέλης.

Ξεκάθαρα γνωρίσματα τάξης και πειθαρχίας, και στο μικρό προαύλιο και στο σχολείο μέσα, που δάσκαλος με χάρακα καλά το κατευθύνει.

Μεγάλος συναγωνισμός ποιος πρώτος θα τη μάθει προπαίδεια των αριθμών, σειρά της αλφαβήτας, τον έπαινο και θαυμασμό μαζί να τα κερδίσει.

Σε δυο χωρίζονταν καλές ομάδες ποδοσφαίρου, εκείνοι στα τρεχάματα, στα γράμματα δικοί του διέπρεπαν με τον καιρό, οι Κατωμαχαλιώτες!

Και κει που το σχολείο του με την αυλή σπιτιού του έμοιαζε κάπως τελικά και πήγαινε να δέσει
μικρές ψυχές με δέματα, μαθήματα τελειώσαν.

Τρέχουν τα χρόνια γρήγορα, σαν το νερό στ’ αυλάκι, έξι, εννέα, δώδεκα, και κύκλος πάει να κλείσει,
ο πρώτος και καλύτερος εγκύκλιας παιδείας.

School

Our very first day at school, like our very first love,
Leaves footprints inside our souls deeper and more lasting, And as the years pass by the sweeter the memories become!

It wasn’t easy, you know, leaving behind our toys, To take up pencils and pens, and a bag full of books, And to lug them silently to school in the distance.

The schoolyard was different from the ones we had at home, Crowded with different colors, sounds, and many children Who were running around together like bees in hive.

It was made clear that order and discipline would reign, Both in the outdoor courtyard and the classrooms inside, The teacher with his ruler would make certain of that .

There was a great competition to see who’d learn first The multiplication tables and the alphabet,
Praise and admiration were waiting there to be won.

The group was divided into two good football teams,
Those who excelled with their feet against those with letters, And as the time went by, they would subject the others!

Then just as the courtyards of his school and of his house Would finally appear to be bound up together
Within our youthful souls, the lessons came to an end.

The years would rush by quickly, like water in a trench, Six, then nine, then twelve years, and the cycle finds its end The first and best part of general education .

Από σχολείο του χωριού σ’ άλλο σχολείο πόλης βρέθηκε κάπως ξαφνικά, χωρίς να καταλάβει. Γυμνάσιο το λέγανε και φοβερό φαινόταν.

Πολλά, περσότερα παιδιά κι από χωριά τριγύρω, άγνωστα μα πανέτοιμα για τη μεγάλη πάλη,
τα γράμματα να μάθουνε, τον έπαινο να πάρουν.

Πιο δύσκολα μαθήματα και πειθαρχία τόση,
όση χρειάζεται μαθές πάθη να τιθασεύσει
νέα, που ήβης βιάζονται το βάρος να βαστάξουν.

Τα δώδεκα στα δεκαοχτώ θα φτάσουνε τα χρόνια, σαν αστραπή θα καλυφτεί διάσημα της ήβης, γεμάτο με νεανικές όμορφες εμπειρίες.

Αμούστακοι που μπήκανε, θα βγούνε με μουστάκι, με σώματα πιο δυνατά, με γνώσεις πια γεμάτοι,
με πόθων συνοράμματα που παν να γίνουν πράξεις.

Πανέτοιμοι για το στερνό, άλμα το πιο μεγάλο, που θα τους φέρει σε σχολές του Πανεπιστημίου, της επιστήμης υπουργούς, φιλεραστές σοφίας.

Μικρή πολύ κι ασήμαντη της Αταλάντης πόλη, σαν συγκριθεί με Αθηνάς, θείας σοφίας πόλη, πολυπληθής, πολύτιμη, πρωτεύουσα πατρίδας.

Πάλι μόνος κι αγνώριστος, στο μέσο των αγνώστων, νέων παιδιών που άφησαν τις άκρες της Ελλάδας, και ζήτησαν, σα σε πηγή, τη δίψα τους να σβήσουν.

From the village school off to another city’s school
He found himself suddenly without understanding. They called it “Gymnasium”, and it seemed frightening.

Many, more than many, kids from surrounding villages, Ignorant but ready for the great wrestling match, Eagerly learned their letters, vying to receive praise.

More difficult lessons and a lot of discipline
Was needed, you see, to tame the passions of their youth, To help them endure the onrush of puberty.

As they travelled from their twelfth on to their eighteenth year, The changes of puberty assaulted them like lightning ,
Full of the beautiful experiences of youth .

When their whiskers arrived they went out with a mustache, And with stronger bodies, as well as fuller knowledge,
And the desire to make all of their dreams become real.

They were ready in their hearts to make the biggest jump, Which took them to the halls of the University,
As ministers of science and lovers of wisdom.

Small and insignificant seemed Atalante town
When compared with Athens, divine city of wisdom, Full of people and wealth, the national capital.

Again alone and unknown, among other unknowns,
Were the young people who left every corner of Greece And sought to quench their thirst as if at a mountain spring.

Τις πανελλήνιες καλά πέρασαν εξετάσεις,
και τώρα θα συνάζονται σ’ αίθουσες μαθημάτων, τη γνώση και τον έρωτα γερά να μεταλάβουν.

Όλοι καλοί, και πιο καλοί μ’ υποτροφίας άθλα θα τιμηθούν και πιο πολύ τα δυνατά θα βάλουν, πάλι για να διακριθούν στης αριστείας δρόμο.

Οι δάσκαλοι Καθηγητές καλούνται και προσφέρουν τις γνώσεις τους απλόχερα σε νέους διψασμένους, που φλέγονται σαν εραστές σοφίας Ουρανίας.

Συναθλητές παλεύουνε, συμφοιτητές πασχίζουν πρωτεία περιμάχητα, της αριστείας δάφνες
να δρέψουν και την κεφαλή καλά να στεφανώσουν.

Κι ως τελειώσουν τις σχολές, τ’ αγόρια περιμένει μια νέα περιπέτεια σ’ ένα σχολείο νέο,
το στράτευμα τους έφεδρους ξανά θενά γυμνάσει.

Τα χρόνια πάλι κύλησαν και βρέθηκε να κάνει ο μαθητής το δάσκαλο, ο φοιτητής τον φίλο Καθηγητή, που δίδασκε την πιο καλή του τάξη!

Δύναμης ενθουσιασμός την έλλειψη της πείρας αναπληρώνει σύντομα, την τάξη την φωτίζει, κάνει σα σπίτι πατρικό την αίθουσα σχολείου.

Έχει καιρός γυρίσματα πολλά και παρεκκλίσεις, από Αθήνα βρέθηκε στην μακρινή Ατλάντα,
ως φοιτητής ανώτερες σπουδές να συμπληρώσει.

The panhellenic exam they passed with flying colors, And now they would gather in the cavernous classrooms, Mixing together strongly love along with knowledge.

All the good ones, and those better, with scholarly prizes Would be honored and the strongest of them would compete Again to figure out the best path to excellence.

The teaching professors would be asked and would offer Their knowledge generously to the thirsty youths
Who were ablaze like lovers of heavenly wisdom.

They wrestled as competitors with fellow students, Trying to be first in the battle, to reap the laurels
Of excellence that crown only the most beautiful heads .

And as their schooling ended, for the boys was waiting A new adventure in a different kind of schoolyard, The army reservists would be called back training.

The years again rolled by and soon enough he would find That the student became a teacher, a young colleague of The Professor who had taught the best of his classes!

Strength of enthusiasm, his lack of experience, Overcomes right away and enlightens his classroom, With the warmth of a bedroom in the family home.

A lot of time had passed with many deviations And from Athens he arrived in faraway Atlanta, His higher education as a student to complete .

Σε νέο στίβο δυνατός, μόνος αυτός και ξένος παλεύει με αλλόφυλους, με Αθηνάς βοήθεια, Ελλάδα την περήφανη θέλοντας να τιμήσει.

Υποτροφίες βοηθούν στον κρίσιμο αγώνα, φιλοσοφίας θήραμα δύσκολο, σαν περδίκι,

πολλοί καλοί το κυνηγούν, το πιάνουν μόνο λίγοι!

Και ξαφνικά πώς βρέθηκε στο πιο τρανό σχολείο της Φύσης και το μελετά, σαν ανοιχτό βιβλίο, αρχή και τέλος της ζωής μαζί αναζητώντας;

Ως μαθητής με δάσκαλο τον Ποιητή του Κόσμου, θείας σοφίας την πηγή κι αυτός σαν ελαφάκι,
το διψασμένο που ζητά να πιει να ξεδιψάσει!

Αναπολεί νοσταλγικά, σαν πρώτη του αγάπη, την πρώτη μέρα στο σχολειό και την ανατριχίλα, και σα σπονδή το ποίημα το πλέκει με μεράκι.

Αυτός εδώ, Κόσμος εκεί και πάρα πέρα Κείνος, Θεός μεγαλοδύναμος, Νους μέγας παντεπόπτης, Τριάδα τρισυπόστατη, με φως περιχυμένη!

Ένα τα τρία φαίνονται, μαζί κυκλοφοράνε, γύρω τριγύρω φέρνουνε, με σκότος πολεμάνε, σαν αθλητές παλεύουνε για στέφανο της Νίκης.

Χ. Κ. Ε.

In the new arena, strong but alone and estranged,
He fought against the aliens with Athena’s help, Wanting to give honor to Hellas, his proud homeland.

Scholarships would help him through critical struggle, Philosophy is difficult prey, like a partridge,
Many good hunters chase, but only a few catch it!

And what would he suddenly find, in his hardest school? Nature, and he would study it like an open book,
The beginning and the end of life coming together.

Like a student learning from the Poet of the World, It was a divine source of wisdom and, like a fawn, He had arrived there thirsty looking to drink his fill!

He reminisced nostalgically, as with his first love , About his first day of school and all the excitement, And, as a libation of thanks, he offered a poem.

This man, to the Universe and everyone beyond, To Almighty God, and to the great all-seeing Mind, And to theTrinity, which radiates with its light !

The three appear to be one, all wrapped up together, They wind around each other, waging war with darkness, Like athletes who wrestle for wreath of victory.

A. M. A.