ΑΝΑΤΟΛΗ ΨΥΧΗ ΕΡΩΤΑΣ ΤΟΥ ΓΙΑΝΝΗ ΓΚΛΑΒΑΤΟΥ*

Antonio Canova, «O Έρωτας και η Ψυχή», Μουσείο Λούβρου Περί Ανατολής (…) Ο άναξ του ουρανού επιθεωρούσε την επικράτεια του χαμογελώντας για την κατατρόπωση του σκότους, νιώθοντας απόλυτα σίγουρος για το εύρος της ρώμης του. Εξάλλου όταν αυτός αποφάσιζε να αποσυρθεί επέτρεπε στο μελανό να παρενδυθεί, αφήνοντάς του την φαιδρή εντύπωση ότι βασιλεύει. Είναι και αυτή μία εκ γενετής πραγματικότητα : το σκοτάδι δεν έρχεται ποτέ οικεία βουλήσει. Εμείς το καλούμε ή του επιτρέπουμε να εισέλθει. Οι θυγατέρες, αυτές οι εστεμμένες πριγκίπισσες του άνακτος, βάλθηκαν να μετουσιώνουν την διάσπαρτη γοητεία του φυσικού περιβάλλοντος σε απαστράπτουσα ομορφιά προσθέτοντας φως, χρώμα και οσμές. Οι νεφέλες από χρυσές άρχισαν να ιριδίζουν. Αυτό το καθάριο θρόισμα που συνόδευε το λυκαυγές σκόρπιζε ολόγυρα κίνηση και μυρουδιές. Και χωρίς να έβλεπες μπορούσες να αισθανθείς το αεικίνητον, ίδιον της ανατολής, της γένεσης και γέννησης, της ζωής της ίδιας.(…) Περί Ψυχής ( …) Ακόμη και τώρα δεν μπορούσε να αποφασίσει αν έκανε καλά που εισήλθε στην μικρή περιπέτεια της εκδρομής, αν όχι ή αν έπρεπε να επιστρέψει όσο υπήρχε ακόμη καιρός. Τα τόξα των φρυδιών της από την ένταση είχαν αρχίσει να παίρνουν το σχήμα ανόμοιων τριγώνων. Είναι αυτή η ένταση που όλοι νιώθουμε κάποιες φορές, όταν η ενέργειά μας μας εγκαταλείπει και εγκαθιδρύεται η αναποφασιστικότητα μεγαλόπρεπα. Η Χρυσάνθη ήταν σε μια κατάσταση μη γαλήνης, νόμιζε ότι χιλιάδες σκέψεις την βομβάρδιζαν ταυτόχρονα. Ήθελε να σπάσει να διαρρήξει αυτό το δίχτυ που θεωρούσε ότι την κρατούσε αδρανή, αλλά την τελευταία στιγμή ανέβαλλε για άλλη μέρα. Και οι μέρες συνεχίζονταν με τον συνηθέστερο των τρόπων, ανούσια, άσκοπα, παρόμοιες και άχρωμες. Ναι, αλήθεια ήταν ότι ένοιωθε μια έλξη για τον Λουκά η ίδια ονόμαζε αυτή την έλξη έρωτα. Κάποιες όμως άλλες στιγμές, σε μια απόμακρη γωνιά της ψυχής της, είχε την βεβαιότητα-γνώση, ότι το συναίσθημα για τον Λουκά ήταν εμβόλιμο και προκατασκευασμένο.

Κίβδηλο δηλαδή. Ήθελε να είναι με κάποιον ερωτευμένη δημιουργούσε απατηλές ψευδαισθήσεις και κατόπιν απολυτοποιούσε το σχετικό. Αυτές όμως οι στιγμές της προσωπικής ενδοσκόπησης ήταν λίγες και φρόντιζε να τις κάνει όσο το δυνατόν λιγότερες. Όπου τις συναντούσε τις στραγγάλιζε- έπνιγε πνίγοντας και την ψυχή της. Πολλές φορές η επίπλαστη απάτη μας αρέσει, μας τονώνει. Πόσο μάλλον όταν είναι δικό μας κατασκεύασμα και το θωρούμε αναγκαίο, για να παρατηρούμε κίνηση άρα ζωή. Μια έμμεση ίσως απάντησης στις υπαρξιακές μας αναζητήσεις. Πολύπλοκα πράγματα και ομιχλώδη. Δεν βλέπουμε το απλό: να ταράξουμε τα νερά, να κολυμπήσουμε, να τολμήσουμε. Αυτό ακριβώς είχε πάθει η Χρυσάνθη. Ήταν μια κολυμβήτρια της στεριάς, στεγνή, φοβούμενη την πράξη της κολυμβήσεως και έχοντας εντρυφήσει σε βάθος ως προς την θεωρία. Προσπαθούσε να μεταλλάξει την ξηρασία σε υγρασία και το χειρότερο νόμιζε ότι τα κατάφερνε ανέτως.(…) Ό Άρης βρισκόταν δίπλα στον Λουκά και ήθελε να πιάσει κουβέντα μαζί του, να του κάνει πολλές ερωτήσεις υποθέτοντας ότι θα βρει κάποιες απαντήσεις, αλλά δεν ήξερε από πού και πώς να αρχίσει. Επιπλέον ενώ πολλές φορές η ψυχή του γέμιζε ερωτηματικά και επιζητούσε με σθένος απαντήσεις. Ένα λευκό πέπλο κάλυπτε τα ερωτήματα του μυαλού και την διανόηση του εγκεφάλου. Το λευκό δηλαδή δημιουργούσε πλήρη συσκότιση. Ίσως γιατί έπρεπε να ψάξει λίγο περισσότερο, να κινηθεί, να ωριμάσουν όλες οι απορίες, να καρπίσουν, να επαναδιατυπωθούν, να γίνει διακριτό το ουσιώδες από το επουσιώδες. Να πάψουν να είναι σφιχταγκαλιασμένα δημιουργώντας αδράνεια, στάση, ακινησία και άσκοπη κατανάλωση ενέργειας (ζωής). Ίσως πάλι η παραγόμενη εκ του λευκού (πέπλου) συσκότιση να υπάκουε σε δικούς της νόμους, οι οποίοι κάθε άλλο παρά εύκολα μπορούν να ερμηνευθούν. Ή, πιο απλά, το λευκό να μην ήταν και τόσο λευκό… Εξάλλου σύνηθες είναι, η οποιαδήποτε ερμηνεία (όταν αυτή υπάρχει), να βρίσκεται να σε πλήρη συνάρτηση με την βούληση ή πεποίθηση του ερμηνευτή. Άλλοτε πάλι γίνονται ερμηνείες χωρίς να συντρέχει κανένας απολύτως λόγος επί της ουσίας, αλλά με προφανή σκοπό να ενδύσουν αλήθειες απλές και πεντακάθαρες με κάτοπτρα παραμορφωτικά ώστε να τις αλλάξουν. Και πρόσκαιρα φαίνεται να το καταφέρνουν…αλλά πάντοτε πρόσκαιρα.(…) ΛΟΥΚΑΣ-Λοιπόν Άρη αυτές οι δύο εκφράσεις: « Κανένας δεν κάνει τίποτε» και «Αφού δεν γίνεται τίποτε» είναι ίσως η πηγή όλων των δεινών της νέας ελληνικής κοινωνίας. Είναι τα διαρκώς ειπωθέντα της «συλλογικής» σκέψης μας. Τα παραισθησιογόνα μας, τα χάπια μας τα αφιόνια μας, η (απούσα) δικαιολογία μας, η πλύση εγκεφάλου που πραγματοποιούμε μόνοι μας εντέχνως αυτοτροφοδοτούμενη και ανελισσόμενη. Η μαλθακότητα μας.

 

Η εγκεφαλική παχυσαρκία. Το οξύμωρο σχήμα να ζητούμε από άλλους (όλους) ευθύνες μη αποδεχόμενη καμία. Η διαρκής κριτή για όλα, απουσία ενέργειας και πράξεως. Συν μερικά άλλα όπως η εστίαση σ’ αυτά πού μας λείπουν και όχι σ΄ αυτά που έχουμε, η τάση για ατομικότητα και φιλαυτία, η έλλειψη – η πλήρης έλλειψη- επικοινωνίας , κουβέντας. Ανθρωπιάς. Ακόμη και την διασκέδαση την έχουμε μετατρέψει σε α-κοινωνία και «σκότωμα» του χρόνου. Λες και μπορείς να σκοτώσεις τον χρόνο. Άσε που όλοι γνωρίζουμε τα πάντα, επομένως δεν υπάρχει περιθώριο για μάθηση, η οποία , δυνητικά μπορεί να οδηγήσει στην μόρφωση και στην αρετή. Οι περισσότεροι έχουμε μια ιδιαίτερη ιδιαίτερη «φιλοσοφία» που στις καλύτερες των περιπτώσεων είναι κάπως έτσι: «Ξέρω τι γίνεται και μπορώ να δώσω λύσεις με τον δικό μου τρόπο». Και κατόπιν αναλισκόμεθα στην αναζήτηση αναγνώρισης, φήμης δόξας και δημοσιότητας, εξουσίας χρήματος και ανθρώπων, νομίζοντας ότι έχουμε βρει την λύση στην ζωή και την ίαση της τραυματισμένης ψυχής Επιστρέφω σ’ αυτό που στην αρχή είπες: « Δεν ευαρεστείται η ψυχή». Και δεν ευαρεστείται γιατί την μπουκώνουμε σκουπίδια. Και μετά για να ξεμπουκώσουμε την ψυχή, προς θεραπεία της την μπουκώνουμε εκ νέου με άλλου είδους σκουπίδια. Τι περιμένεις Άρη όταν κάνουμε την ψυχή μας σκουπιδότοπο, χωματερή; Τι περιμένεις; Να μεταθέσεις την ευθύνη σε κάποιον άλλον και εσύ, πλήρης κενού, να δεις την χωματερή παραδεισένιο δάσος; Της Εδέμ κήπο; Υπάρχει εν ακινησία κυματισμός; Η ζωή είναι το δώρο των δώρων. Χρειάζεται όμως και διαχείριση…θέση. Απότομα του ήρθαν όλα αυτά του Άρη. Γρήγορα και πυκνωμένα. Υετός λέξεων. Θα προτιμούσε ο διάλογος να κυλούσε πιο αργά. Πιο προβλέψιμα ίσως. Πολλά, σκέφτηκε, είπε ο Λουκάς. Πολλά και σωστά. Συλλογιζόταν για να απαντήσει. Να πει για αυτό τον φόβο που έχει στην ψυχή, αυτόν τον φόβο που του διαλύει τα γόνατα ενώ είναι έτοιμος. Αυτόν τον φόβο που ρέει μέσα του σαν οξύ, σαν διαβρωτικό του αίματος. Αυτό τον φόβο που φοβάται. Φοβάται τον φόβο γιατί δεν ξέρει πώς να τον αντιμετωπίσει. Και όμως ο Άρης νοιώθει ότι θέλει να μιλήσει. Να πει για τον φόβο. Να μοιραστεί αυτό το συναίσθημα και να ζητήσει συμβουλή. Αλλά… και αυτό το φοβάται. Φοβάται ότι θα δείξει αδυναμία. Και παραμένει σε μη δράση. Φαύλος και ζοφερός ο κύκλος κι όλο μεγαλώνει, με τον Άρη να προσποιείται ότι δεν συμβαίνει τίποτε, ναρκώνοντας με πολλούς τρόπους το συναίσθημα και θάβοντας την κρίση. Οι κύκλοι όμως οι ζοφεροί, αν υπάρχει βούληση, σπάζουν. Και όχι τόσο δύσκολα όπως στην αρχή φαίνεται. Μια πράξη θάρρους, τόση δα μικρή, κατατροπώνει πολλά κράτη του φόβου. Είναι και ο φόβος βλέπετε που υφαίνει αργά, επώδυνα και με διαβολική ακρίβεια, ένα ισχυρό ιστό ο οποίος δένει τις σκέψεις. Αρχαία και εκ της φύσεως – ουσίας – του παραγόμενη στρατηγική. Δοκιμασμένη και αποδοτικότατη. Έτσι ο Άρης ακολούθησε την πεπατημένη αυτών που φοβούνται: έδειξε διακριτικά, αλλά ευκρινέστατα, δειλή ανούσια και άχρηστη επιθετικότητα.(…) Οι άγγελοι έβλεπαν τις κινήσεις της παρέας και άκουγαν τις ψυχές τους. Πετούσαν όλο και πιο κοντά τους, προσπαθούσαν όλο και πιο πολύ. Ήξεραν ότι όλοι στην παρέα είχαν τις αγωνίες τους, χρειάζονταν όμως πρώτα να καταλάβει η καρδιά τους, ότι είναι απαραίτητη η βοήθεια – αρωγή. Μετά έπρεπε να καλέσουν από τον σωστό δίαυλο- κανάλι. Οι άγγελοι προσπαθούσαν τα πλείστα. Έκλαιγαν από την λύπη τους όταν έβλεπαν τα κλεισίματα των ψυχών και την εγκλωβισμένη αγάπη. Τα δάκρυά τους έπεφταν σαν ιριδίζουσα βροχή στο βουνό και φύτρωναν ιτιές και άσπρα τριαντάφυλλα. Χαμογελούσαν όταν έβλεπαν τις στροφές των ψυχών προς το χρυσόλευκο φως. Έλαμπαν τα μάτια τους. Αυτές τις στιγμές συνέθεταν και τραγουδούσαν αυτή την αφάνταστα ωραία και υπέροχη μουσική, πού όλοι έχουμε ακούσει και λίγοι κρατούμε στην μνήμη μας, έστω σαν φευγαλέα ανάμνηση. Είναι η μουσική αυτή που μοιάζει με μυρωδιά, με χάδι αέρινο, με γλυκιά στοργή και σιγουριά, με πνοή που μέσα στο σώμα μας εισέρχεται και φτερουγίζει πληρώνοντας μας. Και η ψυχή μας μεγαλώνει. Και χωρίς να το πολυκαταλαβαίνουμε θυμόμαστε και νιώθουμε την αφετηρία μας και τον γνήσιο προορισμό μας. Αποκτούμε επαφή. Ενεργούμε κατά φύση. Η δόνηση και ο κραδασμός έχουν την σωστή ταλάντωση. Αλλά όπως με την ελεύθερη βούληση χαθήκαμε, πάλι με την ελεύθερη βούληση μπορούμε να ξαναβρεθούμε. Kαι δια μέσου της πολυπλοκότητας (πλέον), πρέπει να φτάσουμε στην απλότητα. Έτσι θα μπορέσουμε να ακούσουμε τους αγγελιοφόρους και μετά να τους δούμε. Σας έχει τύχει ποτέ σε όνειρο ή σε άλλη κατάσταση να νομίζετε ότι σας φωνάζουν, σας καλούν με το όνομά σας; Η αλήθεια λοιπόν είναι ότι δεν είναι μια απατηλή αίσθηση. Για σκεφτείτε λίγο σε ποια κατάσταση ήταν η ψυχή σας τότε και ίσως καταλάβετε.(…) Περί έρωτος Μετά ήταν και ο έρωτας! Ο έρωτας του για την Έλλη. Ένας έρωτας σαν γλυκό απόβροχο, σαν την προσμονή της αγαπημένης στον σταθμό του τραίνου κάποιο σούρουπο. Σαν την πρώτη πτήση του περιστεριού, σαν το ελαφρύ θρόισμα του ανέμου κατά την έναρξη της ημέρας που μοιάζει με φτερούγισμα αγγέλου. Ένας έρωτας δυνατός σαν την φωτιά που λειώνει το μέταλλο αλλάζοντας του μορφή. Σαν την αστραπή που διαπερνά το μελανό γεμίζοντας τα μαύρα της νύχτας βασίλεια φως. Σαν το κραταιό της θάλασσας κύμα, που άγριο βγαίνει παράκτια για να παρασύρει στο υδάτινο στοιχείο ότι βρει μπροστά του ξεχασμένο ή ανέμελο. Σαν το σπαθί του πολεμιστή που διασταυρώνεται με την μέγιστη ισχύ του με δόρυ θρυμματίζοντας το. Σαν τον κριό που αψηφώντας στατιστικές και φόβο, κοιτάζει αγέρωχα τον λύκο και ορμά καταπάνω του. Ένας έρωτας σαν την ψυχή του αετού και την ορμή του λιονταριού. Σαν το κολύμπι (την ακοή) του δελφινιού και το βλέμμα του πάνθηρα. Σαν την προσεδάφιση του φοίνικα στο κέντρο της πυράς. Σαν το ξενοδοχείο της Καλιφόρνιας, σαν βάναυσο γρατσούνισμα από δυνατό νύχι στα μύχια της καρδιάς. Ένας έρωτας σαν το πέταγμα του πνεύματος όταν εγκαταλείπει το σώμα, σαν τα βρεγμένα φτερά του πουλιού που το κάνουν χερσαίο, ευάλωτο και ανίσχυρο. Και μελλοθάνατο ίσως… Ένας έρωτας άτακτης και συγχυσμένης κίνησης εν αδρανεία. Ένας έρωτας γνήσιος και άμωμος. Ένας έρωτας που όντας μονομερής δημιουργούσε υποσυνείδητα (και στην συγκεκριμένη περίπτωση) επιθετικότητα. Ο Λουκάς τι έφταιγε; Ένας έρωτας διαυγής καθαρός και κρυστάλλινος, σαν το νερό ορεινής λίμνης. Θερμός και απαλός σαν το κούρνιασμα στην αγκαλιά του δάσους, μια καλοκαιρινή νύχτα. Ζωηρός και με σφρίγος ως η της εφηβείας αυγή. Ένας έρωτας σαν το πρώτο κλάμα της ζωής με την γέννηση. Ένας έρωτας σαν χαμόγελο, σαν στάχυ φορτωμένο, σαν τα φύλλα της ιτιάς, την νοσταλγία του ναυτικού για πλου, την κίνηση της ελαφίνας, τον πόθο (νόστο) του Οδυσσέα για τα πάτρια, το τρέξιμο της Άρτεμης. Σαν… την ανεμελιά της νεότητας, την περιέργεια του Ντα Βίντσι, τον καλπασμό του αλόγου, την έμπνευση του μουσουργού, τον αυτόματο ρου της γραφίδας του συγγραφέα. Την αγάπη της Αθηνάς για την πόλη της, τον αυθορμητισμό του ήρωα, το σκίσιμο του νερού από την καρίνα του πλοίου, τα μάτια μικρού παιδιού, την καλοσύνη του Αγίου. Τους ήχους του βιολιού, το χιόνι τα Χριστούγεννα, τον οραματισμό του ταξιδευτή, τον έναστρο ουρανό, τον λυτρωτικό ύπνο, τον ενθουσιασμό από την κατακυρίευση του απόρθητου. Τον λαμπρό ήλιο τον Χειμώνα, την περιήγηση στις χώρες της φαντασίας, την μυρουδιά του άσπρου τριαντάφυλλου, την ίππευση του Πήγασου, την πτήση του Ίκαρου, τον πυρετό μιας εκστρατείας. Σαν την ξαφνική του τυφλού όραση και ανακάλυψη των χρωμάτων, σαν τον ελληνικό χορό, την κραυγή ανείπωτης χαράς προερχόμενη από τα της ψυχής άδηλα και άδυτα. Την ανάπαυση και ενατένηση του ορειβάτη από την ακρότατη κορυφή, την αποφυλάκιση του εγκλείστου, το ασημένιο της σελήνης φως. Την ανάγκη του καλόγερου για μοναστήρι, του μωρού για αγκαλιά, του ασθενή για ίαση, του ημίθεου για περιπέτεια, του παραμυθά για αφήγηση, της νεράιδας για ανθρώπους, του δρομέα για εκκίνηση, του λουλουδιού για φως, της ψυχής για άνωθεν ένωση( αποκατάσταση), της νηός για γαλάζιο, της Έλλης για κοσμήματα, του Άρη για την Έλλη. Με λίγα λόγια ένας έρωτας…σαν έρωτας. Τον συνάρπαζε ακόμη και ο τρόπος που έδενε τα κορδόνια της η Έλλη. Ή Έλλη από την μεριά της, διαισθανόταν και καταλάβαινε ότι είχε γητέψει την καρδιά του Άρη. Δεν την άφηνε εντελώς αδιάφορη ο Άρης, δεν ήταν όμως ερωτευμένη. Χρησιμοποιούσε την τακτική της γάτας που συλλαμβάνοντας το ποντίκι, το τραυματίζει και παίζει μ’ αυτό. Διασκεδάζει με την αγωνία του. Και η ίδια είχε λάβει το ρόλο του ποντικιού στο πρόσφατο παρελθόν. Αντί όμως αυτή η άσχημη – ομολογουμένως- εμπειρία να χρησιμοποιηθεί εποικοδομητικά, συνέβαινε το αντίθετο. ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΤΑΔΕ Λουκάς- Αγαπητέ γραφιά μπορώ να σε ρωτήσω κάτι ευθέως; Γραφιάς- Το ξέρεις ότι μπορείς. Λ- Αφού λες ότι είσαι υπέρ της απλότητας και σε όλη σου την ζωή διατείνεσαι ότι την υπερασπίζεσαι, γιατί δεν την βλέπω στην ζωγραφική των λέξεων; Γ- Την θέλω την απλότητα. Την αγαπώ. Λ- Φαντάσου δηλαδή να την μισούσες! Γ- «Βγαίνουν» έτσι τα χρώματα. Τι να κάνω; Λ- Εσύ, ξέρεις. Γ- Και άμα δεν ξέρω; Λ- Φρόντισε να μάθεις. Προσπάθησε γι’ αυτό. Αλλά ξέρεις. Γ- Με ζορίζεις. Λ- Όχι διότι γνωρίζεις ότι « Το λακωνίζειν εστί φιλοσοφείν». Γ- Τι να κάνω; Λ- Αυτό που πρέπει. Γ- Καμιά φορά είναι δύσκολο. Λ- Ας είναι. Να κουραστείς λίγο. Γ- Κι άμα δεν…; Λ- Διακρίνω αμφιβολίες; Γ-…Ίσως…δεν ξέρω. Λ- Να μην έχεις. Γ- Σ’ ευχαριστώ. Λ- Και εγώ. Φεύγω. Πρέπει να πάω εκεί. Γ- Υγίαινε. Λ-Χαίρε. Ευ πράττειν. Ίσως τα πούμε πάλι. *Πρωτόλεια αποσπάσματα από το υπό έκδοση μυθιστόρημα του Γιάννη Γκλάβατου «Μύθος».