Ίσως να είναι αυτό το ζωογόνο αεράκι που πνέει  μέσα μας και μας γεμίζει τέρψη και  θετική ενέργεια. Ίσως να είναι αυτή η ευχάριστη διάθεση που πάλλει ευχάριστα την καρδιά μας και προσφέρει στα μάτια μας την ικανότητα να συλλαμβάνουν την ομορφιά στην καθημερινότητα. Ίσως πάλι να είναι η της ψυχής δόνηση, που μας προτρέπει να σιγοτραγουδήσουμε ή να χαμογελάσουμε έστω και εσωτερικά. Μπορεί και να είναι αυτή η πνευματική κατάσταση που εδραιώνει μέσα μας την πεποίθηση, πως η ζωή είναι ωραία, ενδιαφέρουσα, γεμάτη προκλήσεις και προσκλήσεις και αξίζει να την ζεις.

Και να την χαίρεσαι…

Η αλήθεια είναι πως γύρω μας ακούμε, αλλά και αναφέρουμε συχνά, την λέξη «κέφι»: Λ.χ. σπάσαμε κέφι, είχαμε κέφι, μας έδωσε κέφι, χάσαμε το κέφι, κάνε αυτή την δουλειά με κέφι, αυτόν τον άνθρωπο τον κάνω κέφι κτλ.

Τι ο καθένας εννοεί τέλος πάντων χρησιμοποιώντας αυτή την λέξη; Σπάζεται το κέφι; Δίνεται; Παίρνεται; Δημιουργείται; Και αν ναι πώς; Χάνεται; Κρύβεται;

Και αν χάνεται και κρύβεται πως χάνεται και που πάει και κρύβεται;

Εμφανίζεται εκ νέου μετά;

Και γιατί να μην είναι πάντα παρόν στην ζωή μας;

Στον ψυχικό κόσμο του ανθρώπου πολλές φορές  δημιουργείται ένα «αμάλγαμα» συναισθηματικών καταστάσεων που οι λέξεις ως οχήματα της σκέψης, αδυνατούν να εκφράσουν με πλήρη σαφήνεια. Στην δε λέξη «κέφι» όσο λεπτόρρευστος κατ’ ανάγκη γίνει ο λόγος, προσεκτικός ακραιφνής ενδελεχής και ερευνητικός , είναι δύσκολο να αποδώσει επακριβώς την έννοια του όρου.

Μάλλον να περιγράψει κάποιος με απόλυτη (χειρουργική) ακρίβεια το περιεχόμενο αυτής της λέξης, είναι δύσκολο. Ίσως… γιατί όταν το έχει κάποιος δεν πολυενδιαφέρει να το ορίσει γραμματικά ή φιλολογικά. Μπορεί να μοιάζει και με την μουσική: περισσότερο την αισθανόμαστε παρά την καταλαβαίνουμε.

Δύσκολο επίσης και να «εγκιβωτισθούν» σε μία λέξη,  όλες τις σημασίες που εμείς οι Έλληνες εννοούμε, σε άλλη γλώσσα.

Παρ’ όλα  αυτά ας δούμε ένα ορισμό:

«Κέφι (το) {κεφ-ιού / -ιών} (καθημ.) η εκδήλωση ευδιαθεσίας, η χαρούμενη διάθεση: που πήγε το ~ σου, γιατί είσαι μουτρωμένος; || έρχομαι στο ~ || κάνω μια δουλειά με ~ ΣΥΝ. Ευδιαθεσία, διάθεση, όρεξη ΑΝΤ. ακεφιά· ΦΡ. (α) κάνω κέφι δημιουργώ ευδιαθεσία ή γίνομαι ευδιάθετος: έλα κάνε κέφι, μην είσαι κακόκεφος (β) (οικ.) κάνω κέφι (κάποιον) βρίσκω κάποιον του γούστου μου, μου αρέσει: πολύ τον κάνω κέφι τον αδελφό σου, έχει μεγάλη πλάκα! (γ) πως πάνε τα κέφια; πως είσαι; Πως αισθάνεσαι; (δ) ανάβει το κέφι βλ. λ. ανάβω (ε) τσακίρ κέφι το ανώτατο σημείο του κεφιού, της ευθυμίας: φτάνω | έρχομαι | βρίσκομαι στο ~. — (υποκ.) κεφάκι (το).

[ΕΤΥΜ. < τουρκ. Keyf «ευθυμία» < αραβ. Κayf]» .*

   Αυτά μας λέει ο πανεπιστημιακός δάσκαλος. Τονίζει την εκδήλωση της ευδιαθεσίας. Για την ευδιαθεσία όμως μίλησε, μεταξύ άλλων, και ένας άλλος δάσκαλος, ο Δημόκριτος στο έργο του «Περὶ εὐθυμίης»(= Σχετικά με την ευδιαθεσία, την ψυχική γαλήνη).  Για να δούμε αυτή την άποψη, πρώτα στο αρχαίο κείμενο και κατόπιν σε μετάφραση: «ἀνθρώποισι γὰρ εὐθυμίη γίνεται μετριότητι τέρψιος καὶ βίου συμμετρίῃ· τὰ δ᾽ ἐλλείποντα καὶ ὑπερβάλλοντα μεταπίπτειν τε φιλεῖ καὶ μεγάλας κινήσιας ἐμποιεῖν τῇ ψυχῇ. αἱ δ᾽ ἐκ μεγάλων διαστημάτων κινούμεναι τῶν ψυχέων οὔτε εὐσταθέες εἰσὶν οὔτε εὔθυμοι. ἐπὶ τοῖς δυνατοῖς οὖν δεῖ ἔχειν τὴν γνώμην καὶ τοῖς παρεοῦσιν ἀρκέεσθαι τῶν μὲν ζηλουμένων καὶ θαυμαζομένων ὀλίγην μνήμην ἔχοντα καὶ τῇ διανοίᾳ μὴ προσεδρεύοντα, τῶν δὲ ταλαιπωρεόντων τοὺς βίους θεωρέειν, ἐννοούμενον ἃ πάσχουσι κάρτα, ὅκως ἂν τὰ παρεόντα σοι καὶ ὑπάρχοντα μεγάλα καὶ ζηλωτὰ φαίνηται, καὶ μηκέτι πλειόνων ἐπιθυμέοντι συμβαίνῃ κακοπαθεῖν τῇ ψυχῇ. ὁ γὰρ θαυμάζων τοὺςἔχοντας καὶ μακαριζομένους ὑπὸ τῶν ἄλλων ἀνθρώπων καὶ τῇ μνήμῃ πᾶσαν ὥραν προσεδρεύων ἀεὶ ἐπικαινουργεῖν ἀναγκάζεται καὶ ἐπιβάλλεσθαι δι᾽ ἐπιθυμίην τοῦ τι πρήσσειν ἀνήκεστον ὧν νόμοι κωλύουσιν. διόπερ τὰ μὲν μὴ δίζεσθαι χρεών, ἐπὶ δὲ τοῖς εὐθυμέεσθαι χρεών, παραβάλλοντα τὸν ἑωυτοῦ βίον πρὸς τὸν τῶν φαυλότερον πρησσόντων καὶ μακαρίζειν ἑωυτὸν ἐνθυμεύμενον ἃ πάσχουσιν,ὁκόσῳ αὐτέων βέλτιον πρήσσει τε καὶ διάγει. ταύτης γὰρ ἐχόμενος τῆς γνώμης εὐθυμότερόν τε διάξεις καὶ οὐκ ὀλίγας κῆρας ἐν τῷ βίῳ διώσεαι, φθόνον καὶ ζῆλον καὶ δυσμενίην». Με άλλα λόγια: «Γιατί την ψυχική γαλήνη τη φέρνει στους ανθρώπους η συγκρατημένη διασκέδαση και η σύμμετρη ζωή. Η στέρηση και η υπεραφθονία τείνουν να μετατρέπονται στο αντίθετό τους και να προκαλούν στην ψυχή μεγάλες κινήσεις· και οι ψυχές που κινούνται σε μεγάλη έκταση δεν είναι ούτε ευσταθείς ούτε γαλήνιες. Πρέπει λοιπόν να έχει κανείς το νου του σε πράγματα που ανταποκρίνονται στις δυνάμεις του και να είναι ευχαριστημένος με αυτά που έχει. Να μη δίνει μεγάλη σημασία στα όσα ζηλεύουν ή θαυμάζουν οι πολλοί και να μην τα σκέφτεται συνεχώς. Να κοιτάζει πώς ζουν οι ταλαίπωροι και να συναισθάνεται πόσο υποφέρουν. Με αυτό τον τρόπο, τα πράγματα που είναι κοντά του και τα έχει στη διάθεσή του μπορεί κάλλιστα να του φανούν μεγάλα και αξιοζήλευτα· η ψυχή του δεν θα υποφέρει πια επιθυμώντας περισσότερα. Γιατί όποιος θαυμάζει τους ανθρώπους που έχουν πλούτη και μακαρίζονται από τους άλλους, όποιος εντρυφεί συνεχώς στις αναμνήσεις του, αναγκάζεται να σκαρφίζεται πάντοτε κάτι καινούριο και να σπρώχνεται από την επιθυμία του σε πράξεις ανεπανόρθωτες και παράνομες. Γι᾽ αυτό ακριβώς δεν πρέπει κανείς να ψάχνει για πράγματα που είναι μακριά του, παρά να ικανοποιείται με τα όσα είναι κοντά του, συγκρίνοντας τη ζωή του με τη ζωή εκείνων που βρίσκονται σε χειρότερη θέση. Έχοντας στο νου του πόσα υποφέρουν εκείνοι, πρέπει να μακαρίζει τον εαυτό του για το πόσο καλύτερα ζει ο ίδιος. Γιατί αν το βάλεις αυτό καλά στο νου σου, θα ζεις πιο γαλήνια και θα αποτρέψεις όχι λίγα κακά στη ζωή σου -το φθόνο, τη ζήλια και την κακεντρέχεια».**

Αενάως επίκαιρα τα ρηθέντα, πόσο μάλλον σήμερα με την κρίση που μας ταλανίζει!

   Το κέφι λοιπόν, έχει αρωγούς υποστηρικτές και συμμάχους, όπως το χιούμορ, την χαρά, την ευθυμία, την ζωντάνια, την καλή προδιάθεση σε ανθρώπους και γεγονότα, την γενικά αισιόδοξη φύση και θέση ως προς την πορεία και τον του βίου σκοπό, κτλ.

Θα μπορούσαμε να πούμε, επιχειρώντας μια περιγραφή του όμορφης συναισθηματικής αυτής κατάστασης, πως το κέφι έχει συγγένεια σε ευθεία γραμμή με την ευθυμία. Όμως δεν είναι αμιγώς μόνο ευθυμία. Η ευθυμία είθισται να συμπαρατάσσεται με το γέλιο ή έστω το χαμόγελο. Όμως το κέφι μπορεί να λάμπει δια της παρουσίας του και χωρίς το πιο αδιόρατο χαμόγελο! Επίσης έχει την οπτική της χαράς και είναι ομοιούσιο της εν μέρει, δίχως να είναι μόνο χαρά αν και πιθανότατα(και όπως βεβαίως κανείς το αισθάνεται – αντιλαμβάνεται) έχει χάρη, σπιρτάδα, ευφορία, κομψότητα, γοητεία, θελκτικότατα, εγκεφαλική μελωδική «μουσική», ευχαρίστηση, ευεξία, πνευματική ευκαμψία, αισιοδοξία, αεικινησία, ψυχική ρώμη, σφρίγος.

Προφανώς αισθανόμαστε κέφι όταν έχουμε  σχέση  πνευματικής ευρυθμίας με το περιβάλλον μας, αλλά και δυναμική σχέση συμμετρίας με την πραγματικές ανάγκες της ψυχή μας. Θα μπορούσαμε να πούμε πως το κέφι είναι μια καλλιεργημένη, μια εξευγενισμένη, αιθέρια ίσως, ευδιαθεσία και  ευθυμία, κινούμενες με ρυθμό, αρμονία, ζωηράδα, αλκή φρεσκάδα και ζωντάνια.

Πιθανότατα, αν τόσα λίγα πράγματα γνωρίζουμε περί του ορισμού του κεφιού, λιγότερα ξέρουμε για το πώς δημιουργείται, παράγεται. Γνωστό είναι πως προσπαθούμε με τις συνηθισμένες μεθόδους να  αντλήσουμε κέφι για μας και τους γύρω μας, αν και το αποτέλεσμα συνήθως δεν είναι το προσδοκώμενο.

Λ.χ. θα λέγαμε πως το ποτό δεν κομίζει κέφι αλλά «θέλει» κέφι, η μουσική δεν δίνει κέφι αλλά χρειάζεται κέφι για την ακρόασή της ώστε να την χαρείς και να την εκτιμήσεις, τα ανέκδοτα δεν μεταφέρουν κέφι, αλλά προϋποθέτουν κέφι για να τα αφηγηθείς, και … πρέπει να έχεις κέφι για να γράψεις για το κέφι.

Αυτή η ευχάριστη και ζητούμενη κατάσταση,  δηλαδή η ψυχή να διέπεται από κέφι, πηγάζει εκ των έσω και εφόσον(και αν) είναι έτσι, τότε λανθασμένα αναζητούμε κέφι αποκλειστικά και μόνο από εξωτερικές πηγές. Η πηγή (θα πρέπει να) αναβλύζει από μέσα μας. Και αν δεν την ακούμε, δεν την αισθανόμαστε, δεν την οσφραινόμεθα πρέπει να ψάξουμε λίγο (ή πολύ), περισσότερο εσωτερικά.

Γιατί… θα διψάσουμε… και το μαρτύριο της δίψας δεν αντιμετωπίζεται, δεν ιάται.

Ίσως να μην μπορούμε να ορίσουμε με ακρίβεια το κέφι, να το αποκρυπτογραφήσουμε πλήρως, μάλλον όμως μπορούμε να το αναγνωρίσουμε όταν το έχουμε:  Μια κινητήρια ώθηση για ερμηνεία της ζωής εστιαζόμενη στα όμορφα και ευχάριστα, μια εσώτερη προτροπή για τραγούδι και μια στροφή χορού ίσως, ένα ηδυπαθές φιλί στην μέρα που εκκινεί, ευτονία στην κίνηση, αίσθηση πως όλα βαίνουν καλώς με την πεποίθηση πως θα γίνουν και καλύτερα, γλυκιά προσμονή για τα μελλούμενα και ευγνωμοσύνη για τα παρόντα, αναμονή μετά βεβαιότητας για τον έρωτα ο οποίος είναι καθ’ οδόν (έστω και αν σπεύδει βραδέως), ένα είδος μουσικής το οποίο γίνεται αντιληπτό, εκτός της ακοής και από τις άλλες αισθήσεις. Ακόμη και αυτή η μερική όσο και αναγκαία κατά περίπτωση, χαλάρωση των φρένων της λογικής, επιτρέποντας την έλευση του ονείρου, κάνοντας την ζωή… πιο λογική!

(Εξηγούμαι: αν  αυτό που ονομάζουμε «λογική ζωή» δεν συνυφαίνεται και με το όνειρο, τότε δεν χάνει τον χαρακτηρισμό «λογική»; Για να μην πω ότι χάνει και το ουσιαστικό «ζωή»).

Το κέφι είναι που εστιάζεται στην ματιά, στο βλέμμα, παρέχοντας έγχρωμο ζεστό απαστράπτον φώς. Ναι το κέφι είναι που μεταστοιχειώνει την γυναίκα σε ζωντανό ποίημα, το κέφι ίσως να είναι που κάνει τον άνθρωπο περισσότερο άνθρωπο από ότι ο ηρωισμός και η γενναιότητα, την εργασία ψυχαγωγία, την απλή οικία να φαίνεται ανάκτορο, τα ταπεινά ρούχα αυτοκρατορικά ενδύματα.

Το κέφι πραγματοποιεί την μετουσίωση του έρωτα σε αγάπη!

Κέφι ενδεχομένως  είναι (να θες) να ζεις  με αξίες, συναρπαστικά, εξαίσια και να μην μπορείς να κάνεις διαφορετικά.

Και να χαίρεσαι που δεν μπορείς να κάνεις διαφορετικά!

  

Υποσημειώσεις

*   Γεωργίου Μπαμπινιώτη, «Λεξικό της νέας ελληνικής γλώσσας». Με αξιοποίηση του ΓΛΩΣΣΙΚΟΥ ΑΡΧΕΙΟΥ του Σπουδαστηρίου Γλωσσολογίας του Πανεπιστημίου Αθηνών. Κέντρο Λεξικολογίας Ε.Π.Ε. ΑΘΗΝΑ 1998.

** Μετάφραση Δ. Κούρτοβικ