Μίνι φούστα και φαινομηρίδες

Γράφει ο Γιάννης Γκλάβατος

 

 

Ρηξικέλευθη  κίνηση στον χώρο της μόδας θεωρήθηκε η εμφάνιση της κοντής (μίνι) φούστας στην δεκαετία του 1960. Η κοντή φούστα τελικά επικράτησε παρά τις σθεναρές αντιδράσεις, Και σθεναρές αντιδράσεις υπήρξαν στην Ελλάδα και από δικτατορίες. Στον αντίποδα, νεωτεριστές άντρες και γυναίκες μέχρι  και έμποροι μεταξωτών καλτσών! Ο Θ. Πάγκαλος δια νόμου όρισε ότι το μήκος της γυναικείας φούστας πρέπει να απέχει από το έδαφος το πολύ τριάντα εκατοστά (δεν υπήρχε τότε ακόμη το μίνι, απλά με τον νόμο η φούστα κατέβηκε ακόμη πιο κάτω). Αστυνομικοί με την μεζούρα στο χέρι μπορούσαν να μετρήσουν οπουδήποτε, οποιαδήποτε κυρία θεωρούσαν ύποπτη περί παραβάσεως. Ο δε Στυλιανός Παττακός απαγόρευσε το μίνι σε μαθήτριες και σε κάποιες περιπτώσεις σε φοιτήτριες. Η προσαγωγή αφορούσε στην κατηγορία περί αλητείας.

Ακραία οπωσδήποτε τα μέτρα, χωρίς να σημαίνει ότι η σημερινή, σε κάποιες περιπτώσεις, υπερβολή είναι το αντίδοτο.

   Συνοπτικά θα πούμε, ότι η επινόηση της μίνι φούστας αποδίδεται μάλλον στην Αγγλίδα Μαίρη Κουάντ, η οποία διατηρώντας μπουτίκ (ο όρος προέρχεται από την ελληνική λέξη ἀποθήκη < ἀπό + τίθημι)  στο Τσέλσι του Λονδίνου, στις 10 Ιουλίου του 1964 παρουσίασε με νέα συλλογή από κοντές φούστες. Η παρουσίαση προκάλεσε την προσοχή του κόσμου και των μέσων ευρείας ενημέρωσης και… το μίνι γεννήθηκε! Η λέξη μίνι δόθηκε από το όνομα του  αυτοκινήτου της Κουάντ, ένα μίνι Κούπερ. Δύο άλλοι σχεδιαστές μόδας ο Άγγλος Τζον Μπέιτς και ο Γάλλος Αντρέ Κουρέζ διεκδίκησαν και οι δύο, ο καθένας για λογαριασμό του, την πατρότητα.

  Η κοντή φούστα όμως δεν είναι ούτε τόσο πρωτότυπη ιδέα, ούτε τόσο νέα. Για να δούμε το γιατί.

  Πριν από δυόμισι χιλιάδες χρόνια περίπου στην αρχαία Σπάρτη, υπήρχε η συνήθεια της χρήσης της κοντής φούστας από τον γυναικείο πληθυσμό. Επί το ειδικότερον η φούστα αυτή σταματούσε αρκετά πάνω από το γόνατο και δεν σκέπαζε τον μηρό. Γι αυτόν τον λόγο οι γυναίκες που είχαν αυτή την ενδυμασία ονομάζονταν «φαινομηρίδες». Η πληροφορία εκλαμβάνεται και από τον Πλούταρχο στον βίο του Λυκούργου, όπου αναφέρεται ότι έτσι τις ονόμαζε ο ποιητής και αοιδός Ίβυκος. Όπως και ο Ξενοφών μας πληροφορεί, οι κοντοί αυτοί χιτώνες ήταν έξωμοι, σχιστοί (χωρίς ραφή) στα πλάγια, σχεδόν ως την μέση. Τους συγκρατούσαν με  περόνη που ονομάζονταν περονήτις  η  περονατρίς. Φυσικό ήταν περπατώντας ή τρέχοντας να σηκώνονται τα πλάγια μέρη του ενδύματος και να αποκαλύπτεται το σύνολο των μηρών και ίσως κάτι παραπάνω

Πάλι από τον Πλούταρχο πληροφορούμαστε πως οι Αρχαίες Σπαρτιάτισσες ήταν ένα βήμα πιο μπροστά. Κάποιες φορές επιβαλλόταν να κυκλοφορούν και γυμνές1 ανάμεσα στους άνδρες, π.χ.  όταν γυμνάζονταν. Αυτό λειτουργούσε και ως αίτιο που τις ωθούσε να φροντίζουν την ωραιότητα και υγεία του σώματος τους, ώστε να γεννούν γερά και όμορφα παιδιά, πολίτες της Σπάρτης. Ο ίδιος συγγραφέας υπογραμμίζει: «Η  δε  γύμνωσις  των  παρθένων  ουδέν  αισχρόν  είχεν, αιδούς  μεν  παρούσης,  ακρασίας  δ’ απούσης»2 (Η  γύμνωση  άλλωστε  των  παρθένων  δεν  είχε  τίποτε  το  αισχρό,  διότι  συνυπήρχε  με  την  ντροπή  και  έλειπε  κάθε  ίχνος  απρεπείας). Άλλωστε δεν πρέπει να ξεχνούμε και τον χρησμό από το Μαντείο των Δελφών ο οποίος χαρακτηρίζει τις γυναίκες της Σπάρτης ένα από τα τρία πιο όμορφα πράγματα στον κόσμο:  « Ίππον  Θεσσαλικήν, Λακεδαιμονίην  δε  γυναίκα  άνδρας  θ’ οι  πίνουσι  ύδωρ  ιερής  Αρεθούσης».3 Ο Αριστοφάνης θα αναφερθεί στην Λυσιστράτη σε μια Σπαρτιάτισσα(στ. 78) λέγοντας: «ὦ φιλτάτη Λάκαινα χαῖρε Λαμπιτοῖ. οἷον τὸ κάλλος γλυκυτάτη σου φαίνεται. ὡς δ᾽ εὐχροεῖς, ὡς δὲ σφριγᾷ τὸ σῶμά σου. κἂν ταῦρον ἄγχοις.( Καλώς τη Σπαρτιάτισσα τη Λαμπιτώ! τί χρώμα! πώχεις, γλυκειά μου! τί γερό και σιδερένιο σώμα! τί ωμορφιά(sic)! πού φαίνεται [και λάμπει εδώ και πέρα!] Καί ταύρο θα μπορούσες συ να πνίξης καμμιά μέρα!)4 , ή με άλλη μετάφραση: «Γεια σου, χρυσή μου Λαμπιτώ, Σπαρτιάτισσά μου. Γλυκειά μου εσύ, πώς λάμπει η ομορφιά σου. Τι χρώμα, τι κορμί γεροδεμένο! Και ταύρο πνίγεις». Ενώ σε ελεύθερη απόδοση θα μπορούσε να είναι: «χαίρε  αξιαγάπητη  γλυκύτατη  Λάκαινα,  που  τα  τέτοια  ομορφιά,  ώστε  με το  υπέροχο  χρώμα  σου  και  την  σφριγηλότητα  του  σώματός  σου  ακόμη  και  ταύρο  αγχώνεις». Άλλωστε και η πιο διάσημη Ελένη η οποία  προκάλεσε πόλεμο, από την Λακωνία είλκυε την καταγωγή της. Ο Όμηρος θα χαρακτηρίσει την γυναίκα εκ Σπάρτης  «καλλιγύναικα»,  διότι  εκεί  οι  γυναίκες  είχαν  κάλλος  και  ρώμη.

   Γεγονός είναι, όπως συμπεραίνεται από τα πηγές, ότι η κοινωνική θέση που είχε η  Σπαρτιάτισσα δεν υπήρχε σε καμία άλλη πόλη της Ελλάδας. Ο αποχαιρετισμός, από την μάνα, την αδελφή, την σύζυγο, όταν ο Σπαρτιάτης έφευγε για τον πόλεμο με την φράση «ἢ ταὰν ἢ ἐπὶ ταᾶς», δηλαδή (θα σε προσμένω) ή με αυτή (την ασπίδα, νικητή), ή πάνω σ΄ αυτή (τραυματία ή νεκρό), δίνει ένα στίγμα του τρόπου σκέψης. Η γυναικεία ελευθερία υπήρχε ως δικαίωμα (κάτι που ήταν σπάνιο σε άλλες πόλεις) που εμπεριέχει υποχρεώσεις.  Οι γυναίκες δεν δίσταζαν να μιλήσουν, να εκφέρουν δημόσια και ιδιωτικά την άποψη τους ακόμη και στα της πολιτικής. Προφανώς υπήρξε παράδοση, που έχει τα χνάρια της στην εποχή του Ηρόδοτου ακόμη, κατά την οποία οι γυναίκες της Σπάρτης είχαν το τάλαντο της ευστροφίας και των ιδιαζόντως εύστοχων απόψεων, λακωνικά διατυπωμένων. Πολλές εξ αυτών βρίσκονται στο σύγγραμμα «Αποφθέγματα Λακωνικά» του οποίου συγγραφέας πιστεύεται πως είναι ο Πλούταρχος. Ο νόμος  όριζε πως θηλυκά και αρσενικά παιδιά, πρέπει να ανατρέφονται με τον ίδιο τρόπο και όμοια επιμέλεια. Και τον νόμο στην Σπάρτη δεν τολμούσε κανείς να τον αμφισβητήσει.

  Αντιλαμβάνονταν και αποδέχονταν αυτές οι γυναίκες την περίοπτη κοινωνική τους θέση, έχοντας σαφή υποστήριξη εκ μέρους της πολιτείας. Απολάμβαναν οικονομική δύναμη και επιρροή. Τύχαιναν από νεαρές, δημόσιας εκπαίδευσης(δεν ήταν ιδιωτική όπως στην Αθήνα) και μπορούσαν να αθληθούν το ίδιο με τους άντρες. Ασκούνταν στον δρόμο, στην πάλη, στον δίσκο, στο ακόντιο κ.τ.λ.  Αναφέρονται Σπαρτιάτισσες που είχαν ενασχόληση με την ποίηση όπως η Μεγαλοστάτα και η Κλειταγόρα. Δεν λείπουν και Πυθαγόρειες. Είχαν δικαιώματα στα πατρικά υπάρχοντα, μπορούσαν ακόμη και παντρεμένες να αποκτήσουν περιουσία και πλούτο. Ο Αριστοτέλης εκτός της θέσης του ότι «οι Σπαρτιάτες διοικούνταν από τις συζύγους τους», αναφέρεται στην οικονομική τους επιφάνεια: τους ανήκαν τα δύο πέμπτα της γης. Υπάρχει αναφορά ότι η πρώτη γυναίκα εκτροφέας αλόγων υπήρξε η Κυνίσκα, κόρη του βασιλέα Αρχίδαμου. Η ίδια υπήρξε η πρώτη γυναίκα ολυμπιονίκης στο τέθριππο (αρματοδρομίες) δύο φορές, το 396 π.Χ. και το 392 π.Χ.

  Ένα ακόμη   δείγμα του τρόπου σκέψης και αντίληψης αυτών των ιδιαίτερων γυναικών είναι το εξής: Κάποτε ρωτήθηκε η Γοργώ, σύζυγος του βασιλέα Λεωνίδα, για ποιο λόγο οι Σπαρτιάτισσες ήταν οι μόνες γυναίκες στην Ελλάδα που «κυβερνούν» τους συζύγους τους. Η απάντηση ήταν η εξής: «επειδή είμαστε οι μόνες γυναίκες που γεννούν [πραγματικούς] άντρες», η οποία θα μπορεί να ερμηνευθεί ως «μόνο οι άνδρες που έχουν την αυτοπεποίθηση να δέχονται τις γυναίκες ως ισότιμες είναι αληθινοί άντρες» …

  Αλλά και εκείνες οι γυναίκες ήταν αληθινές γυναίκες. Γοητευτικές, γενναίες5 και σαγηνευτικές στο πνεύμα και στο σώμα!

   Ίσως για αυτό τον λόγο θεωρείται πως το πρώτο καταγεγραμμένο ποίημα αγάπης, έρωτα, θαυμασμού αν θέλετε, γράφτηκε από Σπαρτιάτη ποιητή για τις Σπαρτιάτισσες κόρες, απόσπασμα του οποίου παραθέτουμε:

Τραγούδι της κόρης (Αλκμάνος 625 π.Χ.) 

Εγώ πρέπει να υμνήσω το φώς της Αγιδούς.

Την βλέπω όπως τον ήλιο που λάμπει.

Όμως η αγαπημένη χορωδός δεν θα μου επιτρέψει να την επαινέσω και δεν την αδικώ.

Ξέρει ότι είναι εκθαμβωτική

όπως το υπερήφανο άλογο ξεχωρίζει ανάμεσα σε κοπάδι

σαν ένα φτερωτό όνειρο…

 

Υποσημειώσεις

  1. Πολλές πληροφορίες, μεταξύ άλλων περιγραφή του χιτώνα της Σπαρτιάτισσας, μας προσφέρει και ο ιστορικός της Σπάρτης Παναγιώτης Δούκας στο έργο του  «Η Σπάρτη δια μέσου των αιώνων». Έκδοση 1922. Στην σελ. 85 σημειώνει μεταξύ άλλων: « Ως δε οι νέοι ούτω και παρθένοι γυμναί εγυμνάζοντο και εις τινάς εορτάς γυμναί εχόρευον και έψαλλον, παρόντων μάλιστα των νέων και θεωρούντων».
  2. Βίοι Παράλληλοι,  Λυκούργος  14.
  3. Στράβων  “Οι  Ευβοείς”.

4. Μετάφραση-Σημειώσεις: Πολύβιος Δημητρακόπουλος.

  1. γενναίος < αρχαία ελληνική γενναῖος < γέν-ος ή γέννα.
Γιάννης Γκλάβατος(Ioannis Gklavatos)