«Ο πρώτος Έλληνας αξιωματικός της Στρατιωτικής Σχολής Ευελπίδων, που έπεσε ηρωικά μαχόμενος στο μέτωπο της Αλβανίας».

Γράφει ο Γιάννης Γκλάβατος

ΛΟΧΑΓΟΣ ΔΙΑΚΟΣ ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ

Η ελευθερία, η ανεξαρτησία από ξένη επιβουλή ακόμη και νοούμενη ως έλλειψη περιορισμού ή εξάρτησης , κυριαρχίας ή εξουσίας από άλλο κράτος ή κράτη, δεν διασφαλίζεται –δυστυχώς- πάντοτε με ειρηνικά μέσα.  Υπάρχουν στιγμές στην ιστορία που χρειάζεται αγώνας για να κρατηθεί. Αγώνας και μάχη.

Σε τέτοιες περιπτώσεις των ιστορικών δρώμενων εμφανίζονται τα καλύτερα και τα χειρότερα των ανθρώπινων υπάρξεων. Τότε εμφανίζονται και ήρωες, πρόσωπα δηλαδή που θαυμάζονται για τα κατόρθωματά τους, την τόλμη, την ανδρεία, την γενναιότητα , την λεβεντιά, την αρετή που επέδειξαν, οι οποίοι στις πλείστες των περιπτώσεων προσέφεραν την ζωή τους στις υπηρεσίες των   υψηλών σκοπών και ιδανικών τους. Είναι αυτές οι καμπές του χρόνου, που η ιστορία1 θαυμάζοντας κρατάει την ανάσα της και δάφνινα στεφάνια προσφέρει .

Κατά τον πόλεμο του 1940, υπήρξαν πολλές περιπτώσεις ηρωικών πράξεων και συμπεριφορών. Πολιτών και στρατιωτικών. Και επειδή «Όποιος δεν θυμάται το παρελθόν του, είναι καταδικασμένος να το ξαναζήσει»2, σε αυτό το σύντομο σημείωμα, θα αναφερθούμε (οπωσδήποτε χωρίς να διεκδικούμε τίτλο ιστορικού),  στον πρώτο Έλληνα αξιωματικό του στρατού ξηράς της Στρατιωτικής Σχολής Ευελπίδων -μια από τις αποκαλούμενες «παραγωγικές σχολές» στην ορολογία των Ενόπλων Δυνάμεων-, που έπεσε  ηρωικά μαχόμενος στην πρώτη γραμμή, ώστε να έχουμε εμείς σήμερα την πολυτέλεια να ζούμε ελεύθεροι. Δεδομένου του γεγονότος πως η γραπτή αναφορά3  επί του θέματος, είναι γλαφυρότατη, επαρκής και προσφέρει πολλά στοιχεία από την μαθητική ακόμη ηλικία του ήρωα αξιωματικού, όπως και πλήρη περιγραφή της μάχης, αναφορά ημερομηνίας αλλά και ώρας, βιβλιογραφία και άλλα, πιστεύουμε πως δεν πρέπει να συντέμνουμε το όλο κείμενο αλλά  ούτε να αλλάξουμε έστω και μία λέξη:

«Ήταν 25 του Μάρτη και στη Ρόδο οι σκλαβωμένοι Έλληνες γιορτάζανε με σπαραγμό καρδιάς την Ανάσταση του Γένους, ενώ οι Ιταλοί ξύνανε τα νύχια τους, για να βρούνε αφορμή να τυραννήσουνε τους  αγνούς πατριώτες του όμορφου νησιού με ξυλοδαρμούς και φυλακίσεις.

Γιορτάζανε στα κρυφά παρακαλώντας τον μεγαλοδύναμο Θεό να τους λυτρώσει από την αβάσταχτη σκλαβιά και να τους αξιώσει να ενωθούνε με τη φτωχιά μα τόσο στοργική και Δοξασμένη Μανούλα τους, την Ελλάδα. Πόσο μεγάλος ήτανε τούτος ο καημός τους μόνον όσοι φάγανε του σκλάβου το πικρό ψωμί μπορούν να νοιώσουν ξάστερα.

Και μα την αλήθεια όλοι οι Έλληνες ήτανε μοιραίο να καταλάβουμε τι λογής τύραννος είναι ο Ιταλός πάνω στους σκλαβωμένους.

Ένα παιδί λοιπόν έως δώδεκα ετών, παιδί αγγελόμορφο και θαρραλέο της Ρόδου, από αρχοντοφαμίλια, είχε την τόλμη να στήσει πάνω στο μπαλκόνι του Γυμνασίου που σπούδαζε τότε μια μεγάλη Ελληνική σημαία.

Την είδανε οι Ιταλοί καραμπινιέρηδες και σκυλιάσανε από το κακό τους…. ανεβαίνουνε μανιασμένοι και κατεβάζουνε τη σημαία, φοβερίζοντας τον Γυμνασιάρχη πως αν τολμήσει να την ξαναστήσει θα συρθεί στα δικαστήρια και θα φυλακιστεί.  Δεν ξέρω τι έκανε εκείνος. Μα η αλήθεια είναι πως σε κάμποση ώρα το ίδιο το παιδί πήγε και έστησε στο μπαλκόνι μια  πιο μεγάλη ακόμη σημαία και στάθηκε εκεί σαν φρουρός της. Οι καραμπινιέροι τον πιάσανε και χτυπώντας τον  σύρανε στη φυλακή ενώ αυτός  φώναζε με όλη του τη δύναμη «Ζήτω Η Ελλάδα». Όλη η Ρόδο σηκώθηκε στο ποδάρι από το επεισόδιο γιατί φοβηθήκανε πώς το απόκοτο παιδί θα το σκοτώσουνε οι αφηνιασμένοι Ιταλοί. Τρέξανε όλοι οι τρανοί από τους σκλάβους στο διοικητή και κλαίγοντας τον παρακαλούσανε να συγχωρέσει το μικρό και άμυαλο παιδί για το άτοπο κάμωμα του, που σκοπό δεν είχε να προσβάλει την πανίσχυρη Ιταλία, μόνον ήταν ένα άδηλο ξέσπασμα ακίνδυνου πατριωτισμού.

Με τα πολλά παρακάλια δεχτήκανε στο τέλος οι Ιταλοί να ελευθερώσουν  το παιδί και φοβερίζοντας το, το  παραδώσανε στους άτυχους γονείς του, που το είχαν μονάκριβο αγοράκι.

Μα και τα στήθη του μικρού ξύπνησε το λιοντάρι που αν το αλυσοδέσεις πεθαίνει, το λιοντάρι που μόνο στο ελεύθερο αέρα μπορεί να ζήσει. Κι έφυγε το παιδί εκείνο από τη Ρόδο σε λίγες μέρες και πήγε στην Αθήνα όπου τελειώνοντας το Γυμνάσιο φρόντισε να μπει στο Σχολειό των Ευελπίδων, για να γίνει αξιωματικός. Έτσι μπήκε στον Ελληνικό Στρατό ο Ροδίτης  Αλέξανδρος Διάκος και έκανε όρκο στο Θεό  να δώσει μια μέρα όλη τη δύναμη κι’  όλη τη ζωή του, για να ελευθερωθούν τα σκλαβωμένα Δωδεκάνησα με την όμορφη πατρίδα του τη Ρόδο, χτυπώντας τους Ιταλούς.

Τη πρώτη του Νοέμβρη 1940 ο Δαβάκης με μία διλοχία του άρχισε την αντεπίθεση, πάνω στη Φούρκα κι ο Μισύρης με μια άλλη τσάκισε τους Αλπινιστάς  πάνω στη Κακορράχη. Ο Πανταζής όμως με το μισοδιαλυμένο Τάγμα του, που του έλειπε κι’ ο 3ος λόχος του Παπά, υποχώρησε από τα στενά του Ταμπουριού, τα υψώματα της  Λιάγκης  και το Ζεκίρι, και χωρίς σοβαρή πίεση των Ιταλών έφτασε στο βουνό Ρωμιός αφήνοντας σ’ αυτούς ελεύθερο το δρόμο να κινηθούν προς το όρος Βούζι και προς τη Σαμαρίνα. Η κατάσταση στην Πίνδο είχε φτάσει στο πιο κρίσιμο σημείο της. Δεν είναι υπερβολικό να πούμε η θέση μας έγινε απελπιστική.

Για να κάνει τους  Ιταλούς να αργοπορήσουν τη προέλαση τους ο Δαβάκης, και για να συμπληρώσει το περίφημο ‘μάντρωμα’, τους έστειλε διαταγή διλοχίο(sic) Βασιλοπούλου, που είχε φτάσει στη Ζούζουλη, να κινηθεί προς τη γενική κατεύθυνση Τσούκα – Ζεκίρι και να επιτεθεί για να διώξει από εκεί τον εχθρό.

Ο υπολοχαγός Διάκος ήταν Διοικητής του 2ου λόχου της διλοχίας Βασιλοπούλου. Παίρνει διαταγή να επιτεθεί κατά της Τσούκας, μιας δασωμένης κορυφής που την κρατούσανε με ισχυρές δυνάμεις οι Ιταλοί και την είχαν καταντήσει απόρθητη. Η στιγμή για το λιοντάρι της Ρόδου να μετρηθεί με τους τυράννους της πατρίδας του, η στιγμή που τόσα χρόνια την περίμενε με λαχτάρα, έφτασε πια. Συγκεντρώνει το λόχο του και με λίγα φλογερά λόγια ηλεκτρίζει τις καρδιές των φαντάρων. Τους ετοιμάζει να βαφτιστούν στη φωτιά της μάχης με τον ενθουσιασμό που δε δίνει μια δεκάρα για τη ζωή, αυτόν που αντικρίζει τον θάνατο με καταφρόνια. ‘Εμπρός βροντοφωνάζει στο τέλος- εμπρός για μια μεγάλη Ελλάδα και για μια ελεύθερη Δωδεκάνησο’.

Και με το πιστόλι στο χέρι μπαίνει μπροστά στο πρώτο επιθετικό κύμα, και τρέχει στις δασωμένες πλαγιές της Τσούκας. Κόλαση φωτιάς τους υποδέχεται. Το θανατερό γαύγισμα των Ιταλικών πολυβόλων, και το κούφιο ξέσπασμα των όλμων χτυπούνε φαντάρους, τσακίζουνε δέντρα, γεμίζουν με απαίσιο σάλαγο την ατμόσφαιρα, μα το επιθετικό κύμα πέφτει, σηκώνεται, σκορπίζει βροντερά βόλια, σκαρφαλώνει στους βράχους, πηδά τα χαμόδεντρα και ορμητικό άγριο ανεβαίνει όλο ανεβαίνει.

Ο Διάκος μπροστά δίνει το παράδειγμα της πιο απόκοτης παλληκαριάς. Φαίνονται πια στα χαρακώματα τους οι Ιταλοί που μάταια προσπαθούν με τις χειροβομβίδες να συγκρατήσουν το Διάκο και τους φαντάρους του. Αυτοί γλιστρούν ανάμεσα στα δέντρα, στους καπνούς και στις εκρήξεις, αφήνοντας πίσω τους νεκρούς και πληγωμένους και προχωρούν με την ίδια ορμή μα και με πείσμα πιο μεγάλο, γιατί το αίμα των συντρόφων των, τους είχε μεθύσει.

‘Άλτ!’ προστάζει με όλη τη δύναμη  της φωνής του ο Διάκος και σαν αντίλαλος Αξιωματικοί και φαντάροι φωνάζουνε άλτ από όλες τις μεριές.

Δύο λεπτά περνούν και ανάμεσα στους κρότους των χειροβομβίδων μπορούσες να ακούσεις το βαρύ ανάσασμα των φαντάρων, το παραπονιάρικο βογγητό των πληγωμένων, τις μπερδεμένες φωνές των Ιταλών.

‘Εμπρός με τη λόγχη!’ φωνάζει βροντερά ο Διάκος κι’ αμέσως ακούγεται από παντού το κράκ – κράκ του ατσαλιού, το ποδοβολητό των φαντάρων, οι άγριες πολεμικές κραυγές Αέραααα!…….

Το ασυγκράτητο επιθετικό κύμα φτάνει σ’ ένα λεπτό στα Ιταλικά χαρακώματα, λογχίζει κτυπά με το υποκόπανο, έρχεται στα χέρια, σπρώχνει, κλωτσά, θανατώνει κάθε αντίσταση που βρίσκει μπροστά του.

Η Τσούκα πέφτει! Μα πριν προλάβει να εγκατασταθεί ο δεκατισμένος λόχος δέχεται μανιασμένη αντεπίθεση των Ιταλών και υποχωρεί στις αιματοβαμμένες θέσεις του. Εκεί ο αδάμαστος Διάκος κάνει ανασυγκρότηση  του λόχου του, και μπαίνει μπροστά κι’ αρχίζει καινούργια επίθεση. Γίνεται αμέσως κύριος της Τσούκας και μένει εκεί, για λίγες στιγμές. Νέα σφοδρότερη αντεπίθεση των Ιταλών, κλονίζει και σπρώχνει πάλι πίσω το λόχο, μα ο ηρωικός Διοικητής του, συγκεντρώνει για δεύτερη φορά τους φαντάρους του, κάνει τρίτη επίθεση και κυριεύει άλλη μια φορά την Τσούκα. Ο εχθρός τότε ξεκολλά τρίτη αντεπίθεση με την υποστήριξη πυκνής φωτιάς όλμων, που γέμισε από καπνούς και συντρίμματα ο χώρος της σκληρής μάχης. Αβοήθητος ο Διάκος από τους δικούς μας, με το λόχο του αποδεκατισμένο αναγκάζεται για τρίτη φορά να υποχωρήσει στις αιματοβαμμένες πλαγιές της Τσούκας, ενώ οι Ιταλοί βρίσκουν καιρό να εγκαταστήσουν και πάλι τα πολυβόλα τους στα χαρακώματα.

Μαυρισμένος από τους καπνούς της φονικής μάχης ο Διάκος, μα την αντρίκια ομορφιά του σκληρού πολεμιστή στο ατσαλένιο πρόσωπο, με την αστραπή του αδάμαστου αρχηγού στα μάτια συμμαζεύει για τρίτη φορά τ’ απομεινάρια του λόχου του, μπαίνει μπροστά κι’ αρχίζει  καινούργια, τέταρτη στη σειρά της επίθεση να καταλάβει την Τσούκα. Μα καθώς ανηφόριζε ψυχωμένος και λεβεντόκορμος τον βρίσκει ξαφνικά μια ριπή πολυβόλου και τον ρίχνει κάτω νεκρό.

Ήταν η ώρα εντεκάμισι, της πρώτης του Νοέμβρη του 1940. Η γιγαντομαχία της Τσούκας κράτησε κάπου δύο ώρες, όσες ήταν αρκετές στο Δαβάκη να κυριέψει τη Φούρκα και να διαθέσει αμέσως δύναμη για να καταλάβει τα στενά του Ταμπουριού και τα υψώματα της Λιάβης, ώστε να μαντρωθούνε, καθώς αποφάσισε και καθώς έγινε, οι Ιταλοί.

Ο Διάκος ήταν ο πρώτος Έλληνας Αξιωματικός που έπεσε στη μάχη της Πίνδου. Τον θάψανε στο νεκροταφείο της Ζούζουλης. Για την υπέροχη δράση του ηρωικού παιδιού της Ρόδου ο Δαβάκης έκανε στα 1941 ειδική αναφορά στο Υπουργείο Εθνικής Αμύνης όπου ανάμεσα στα άλλα έγραψε:

‘(…) Μεταξύ των βαθμοφόρων τούτων, ων τα ονόματα θα αναφέρω υμίν δι’ ειδικής εκθέσεως μου καταρτιζόμενος από ημερών, ο υπολοχαγός Διάκος Αλέξανδρος κατέχει πρωτεύουσαν θέσιν. Επεδείξατο περιφρόνησιν προς τον θάνατον και το εχρικόν πύρ όπως και άλλοι συνάδελφοί του, του Αποσπάσματος Πίνδου.  Οι τελευταίοι επέζησαν. Ο υπολοχαγός Διάκος εισήλθε εις την Αθανασίαν’.

‘(…)Προτείνω όθεν:

α) Όπως ο υπολοχαγός Διάκος Άλεξ. προαχθή επ’ ανδραγαθεία εις λοχαγόν από 1-11-40 τιμής ένεκεν.

β) Όπως ο νεκρός του υπολοχαγού Διάκου μεταφερθεί εις Αθήνας δημόσια δαπάνη και τιμητική συνοδεία συμπολεμιστών του της Πίνδου ταφή δε εν τιμητική θέσει ( εις περίβλεπτον χώρον) περιστοιχιζόμενος από δύο εφέδρους Αξιωματικούς και 4 οπλίτας του Αποσπάσματος Πίνδου μεταξύ των φονευθέντων κατά την επίθεσιν της Ι ης και 2ας  Νοεμβρίου 1940.

Το μνημείον τούτο ακέραιον δείγμα του αθάνατου πατριωτικού πνεύματος των Ελλήνων θα γίνει ούτω Εθνικόν Προσκύνημα’*.

 

Ι. Α. ΒΕΡΝΑΡΔΟΣ

Ταγματάρχης Πεζικού

*Βλέπε το έργον «Δαβάκης – Πίνδος». Ι. Α. Βερνάρδου, Ταγματάρχου Πεζικού, έκδοσις Δημητράκου σ.202-247».

 

Ανακρίβεια  θα ήταν να μην αναφερθούν τα ιστορικά γεγονότα σύμφωνα μα τα οποία: Ο πρώτος νεκρός του πολέμου(την πρώτη ημέρα του πολέμου, 28/09/1940, υπήρξαν και άλλοι νεκροί.  Όμως εδώ ομιλούμε για τον  πρώτο χρονικά –όπως προς το παρόν θεωρείται- που έχασε την ζωή του στο μέτωπο) φέρεται να ήταν ο  στρατιώτης  Τσιαβαλάρης Βασίλειος  του Ιωάννη από την Πιαλεία Τρικάλων.

Μια λεπτομέρεια: Την πρώτη ημέρα του πολέμου έχασαν την ζωή τους και οι: Ρηγόπουλος Παναγιώτης έφεδρος ανθυπολοχαγός, από την Καυκωνία Ηλείας και ο στρατιώτης Κοτσίρης Γεώργιος  από το Γούμενο Ηλείας, όχι όμως στο Αλβανικό μέτωπο αλλά στον αεροπορικό βομβαρδισμό της πόλεως  Πάτρας.

Ο πρώτος(30 Οκτωβρίου 1940) νεκρός αξιωματικός του ελληνικού στρατού  τελών σε διατεταγμένη πολεμική επιχείρηση( το σμήνος του έλαβε διαταγή προς αρωγή του Τμήματος Στρατιάς Δυτικής Μακεδονίας),  φέρεται να είναι ο, είκοσι τεσσάρων χρόνων, ανθυποσμηναγός Ευάγγελος  Γιάνναρης. Φωτογραφία και γραπτή αναφορά στην οποία υπάρχει και σύντομη περιγραφή του τρόπου θανάτου του,  δημοσίευσε η εφημερίδα καθημερινή στις 25/10/1978, τιμώντας την μνήμη του. Επίσης ο πρώτος νεκρός  έφεδρος αξιωματικός του στρατού ξηράς στην Πίνδο, φέρεται να είναι ο ανθυπολοχαγός  Ντάσκας Ελευθέριος του Χρήστου, από την Βάνια (Πλάτανος) Τρικάλων, ο οποίος αναλαμβάνει την διοίκηση του λόχου ευθύς μετά τον θάνατο του υπολοχαγού Διάκου.  Ο θάνατος τον βρίσκει λίγο αργότερα4. Με δαπάνη της 1ης στρατιάς, έχει στηθεί στον τόπο που γεννήθηκε η προτομή του.

Παράλειψη στα παραπάνω θα ήταν να μην πούμε πως υπάρχουν και αναφορές κατά τις οποίες, ο πρώτος ανά βαθμό ανώτερος αξιωματικός που έπεσε στο ελληνοϊταλικό  πόλεμο ήταν ο Έλληνας ισραηλίτης  Μαρδοχαίος Φριζής.5

Πολλοί οι νεκροί εκ του στρατού6, αλλά και εκ των πολιτών. Πάρα πολλοί… Έδωσαν την ζωή τους, το ύψιστο αγαθό κατά τους περισσότερους, μένοντας πιστοί στις ιδέες τους, στην ηθική τους, στις αρχές τους, στα όνειρά τους.                                                                    Ιδέες, αρχές, ηθική όνειρα.                                                                  Λέξεις που ίσως για κάποιους σήμερα να είναι μακρινές, έωλες ως και γραφικές . Και… και ενώ όλοι γνωρίζουμε τις γραμματικές και φιλολογικές τους σημασίες και ορισμούς, πιθανώς να μας διαφεύγει η ουσία αυτών των εύκολα εκφερόμενων λέξεων. Πολέμησαν αυτοί οι ήρωες αυτοβούλως, και  διάβηκαν την κοιλάδα του σωματικού θανάτου, γιατί πόθησαν την λευτεριά και πίστεψαν στο δίκαιο. Θεώρησαν χρέος τους να υπερασπιστούν τα πάτρια, καταπολέμησαν τους όποιους φόβους και όρμησαν μπροστά. Τίμησαν την ελληνική κληρονομιά, αυτή που κάθε καλλιεργημένος ξένος σέβεται αλλά και υποκλίνεται στις ιδέες και αξίες της, η οποία κληρονομιά  δημιουργεί  μια ψυχή που προσφέρει την κατά φύση υπόσταση  στην έννοια άνθρωπος.  Έδωσαν σε εμάς τους αγέννητους τότε, την λευτεριά.

   Αν υπήρχε τρόπος να μας κοιτάξουν κατά πρόσωπο, στα μάτια και να μας ρωτήσουν: «Τι την κάνατε αυτή την λευτεριά;», είστε σίγουροι ότι θα είχαμε μια απάντηση περήφανη, αντάξια της αυτοθυσίας τους;

Υποσημειώσεις

  1. Ενδιαφέρουσα η ετυμολογία της λέξεως ιστορία:[<αρχ. ἱστορία < ἵστωρ < εἰδέναι του οἶδα “γνωρίζω”]. 2. Τζωρτζ Σανταγιάνα, 1863-1952, Ισπανοαμερικανός φιλόσοφος. Κύρια έργα του: The Sense of Beauty (1896), Interpretations of Poetry and Religion (1900), and The Life of Reason (1905–06                                       3.  Περιοδικό «Πανόραμα», Νοέμβριος – Δεκέμβριος 1946, σελ. δύο(2), τίτλος:  «ΛΟΧΑΓΟΣ ΔΙΑΚΟΣ ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ».                                                                                                                               4. Ιστορία του Στρατού, 1960, τμ. Α, σελ. 144.                                                                                             5.  Υπάρχουν και αναφορές πως ο πρώτος  ανά βαθμό ανώτερος αξιωματικός που έπεσε στο ελληνοϊταλικό  πόλεμο ήταν ο Μαρδοχαίος Φριζής . Στις 5 Δεκεμβρίου, βορειοανατολικά της Πρεμετής, ο Φριζής και οι άντρες του δέχθηκαν επίθεση από ιταλικά αεροπλάνα. Ο Φριζής έδωσε εντολή στους στρατιώτες του να πέσουν στα χαρακώματα, παρ’ όλα αυτά, για να μην υπάρξει πανικός στους στρατιώτες, ο ίδιος παρέμεινε καβάλα στο άλογό του και συνέχισε να τους εμψυχώνει. Ως καβαλάρης έγινε εύκολος στόχος για τα εχθρικά αεροπλάνα. Στην αρχή δέχτηκε βολές από το αεροπορικό πολυβόλο και έπειτα μία βόμβα τον αποτελείωσε. Σύμφωνα με αφήγηση του εγγονού του, επίσης Μαρδοχαίου Φριζή,  ο ιερέας του στρατεύματος του έκλεισε τα μάτια με την επιθανάτια εβραϊκή προσευχή: «Άκουσε Ισραήλ, ο Κύριος ο Θεός σου, ο Κύριος είναι ένας».

Μετά τη θυσία του Φριζή, ο Μεταξάς και οι επικεφαλής των Ενόπλων Δυνάμεων έστειλαν συλλυπητήρια τηλεγραφήματα στα οποία τον υμνούσαν για το θάρρος και την ανδρεία του. Προτομές του έχουν τοποθετηθεί έξω από το Πολεμικό Μουσείο στο Καλπάκι, στη γενέτειρά του τη Χαλκίδα, στη Θεσσαλονίκη έναντι του Ιπποκρατείου Νοσοκομείου και στο Πολεμικό Μουσείο Αθηνών. Οδοί που φέρουν το όνομά του βρίσκονται στον Δήμο Αθηναίων κοντά στα σύνορα με το Ψυχικό και στην συνοικία Ξηροκρήνης του Δήμου Θεσσαλονίκης. Τα οστά του αναγνωρίστηκαν στην Αλβανία το 2002 και η σορός του βρίσκεται πια στο Ισραηλιτικό Νεκροταφείο Θεσσαλονίκης (Σταυρούπολη Θεσσαλονίκης).

Έχουν εκφραστεί διχογνωμίες ως προς το αν έπεσε με το βαθμό του Συνταγματάρχη, που του απονεμήθηκε επ’ ανδραγαθία για τη νίκη επί της ΤΖΟΥΛΙΑ, ή με το βαθμό του Αντισυνταγματάρχη και ο βαθμός του Συνταγματάρχη του αποδόθηκε τιμητικά μετά θάνατον, και κατά συνέπεια με το αν ήταν ο πρώτος ανά βαθμό ανώτερος αξιωματικός που έπεσε στο ελληνοϊταλικό μέτωπο, πάντως κανείς δεν αμφισβητεί τη φιλοπατρία, το ακέραιο ήθος του, τον ηρωισμό και την προσφορά του.                                                                                           Πηγή: Β.Π.                                                                                                                                                                     6. Οι πρώτοι νεκροί Ήρωες (του στρατού ξηράς) του 1940

  • Πρώτος πεσών στρατιώτης:Στρατιώτης Βασίλειος Τσιαβαλιάρης (σκοπευτής πολυβόλου – 51ο Σύνταγμα Πεζικού) από την Πιαλεία Τρικάλων 28-10-1940. Από ιταλικά πυρά, στο 21ο Φυλάκιο, τραυματίζεται θανάσιμα ο στρατιώτης Τσιαβαλιάρης Βασίλειος από τα Τρίκαλα.
  • Πρώτος πεσών έφεδρος αξιωματικός:Ανθυπολοχαγός Ελευθέριος Ντάσκας.
  • Πρώτος πεσών αξιωματικός στρατού:Υπολοχαγός Διάκος Αλέξανδρος 1-11-1940.
  • Πρώτος πεσών ανώτερος αξιωματικός:Αντισυνταγματάρχης Κεφαλόπουλος Χαράλαμπος του 16ου Συντάγματος Πεζικού εφονεύθη την 20-11-1940.
  • Πρώτος πεσών δημοσιογράφος:Ανθυπολοχαγός Κώστας Παπαδάκης έπεσε μαχόμενος στις 4 Νοεμβρίου 1940 στο Νεστόριο Καστοριάς, στους πρόποδες του Γράμμου.

Οι πρώτοι ανά βαθμό πεσόντες αξιωματικοί
Αντισυνταγματάρχης: Κεφαλόπουλος Χαράλαμπος του 18ου Συντάγματος Πεζικού, έπεσε την 21η Νοεμβρίου στο Βράνεστε.
Ταγματάρχης: Μαντούβαλος Παναγιώτης του 50ού Συντάγματος Πεζικού, έπεσε την 17η
Νοεμβρίου στον Μόραβα.
Λοχαγός: Αποστολίδης Θεόδωρος του 50ού Συντάγματος Πεζικού, έπεσε την 17η Νοεμβρίου στον Μόραβα.
Υπολοχαγός: Διάκος Αλέξανδρος του 4ου Συντάγματος Πεζικού, έπεσε την 1η Νοεμβρίου στην Τσούκα.
Ανθυπολοχαγός: Βλάχος Γεώργιος ή Απόστολος του 33ού Συντάγματος Πεζικού, έπεσε την 1η Νοεμβρίου στο Βέρνικ.
πηγή: pili.gov.gr