Το κοινό περί δικαίου αίσθημα   Γράφει ο Γιάννης Γκλάβατος

 

   Σε κάθε πρωθυπουργό παρέχεται η ευκαιρία να αλλάξει άρδην τα πολιτικά και κοινωνικά δρώμενα. Εκεί που υπάρχει πρόβλημα, κάποιος ίσως να διαισθανθεί την ευκαιρία. Οι δυσκολίες -υπό προϋποθέσεις- μπορεί να γίνουν δυνατότητες, η επιθυμία θέληση και το όνειρο σκοπός και πράξη.

Όλα αυτά βέβαια εντός ενός κράτους (πραγματικού) δικαίου.

Η έννοια του δικαίου, της δικαιοσύνης, για τον Πλάτωνα σημαίνει και είναι η φυσική και ηθική αρετή, που εμπεριέχει σοφία, θάρρος και εγκράτεια. Για δε τον Αριστοτέλη, η δικαιοσύνη αντικατοπτρίζεται στον εξωτερικό τρόπο που φέρεται ο πολίτης σε θέματα του καθημερινού βίου.

Το πώς αντιλαμβάνεται κανείς το δίκαιο ως αξία είναι σε άμεση και ευθεία σχέση με αυτό που ορίζεται ως κοινωνικοποίηση. Θεωρείται πως μέσω της κοινωνικοποίησης, το πρόσωπο διαχειρίζεται και εποπτεύει με επιτυχία τα αρχέγονα ένστικτά του, αλλά και οδεύει ποιοτικά αρτιότερα προς την ολοκλήρωση, την ωριμότητα αν θέλετε, της ύπαρξης του. Ανελισσόμενου του ατόμου έχουμε και εξέλιξη, πρόοδο της κοινωνίας και της ανθρωπότητας σε ευρύτερη έννοια.

Για αυτό ακριβώς τον λόγο, αλλά και για ποικίλους άλλους, αρκετές πολιτείες έχουν θεσπίσει προγράμματα «περί δικαίου εκπαίδευσης» (π.χ. «law capability» στο Ηνωμένο Βασίλειο ή «justice education» στον Καναδά και στις ΗΠΑ). Τα προγράμματα αυτά στοχεύουν κυρίως σε νέους και εφήβους με σκοπό την επίρρωση , ενίσχυση και κατίσχυση του περί δικαίου αισθήματος και του δικαίου ως αξίας. Παράλληλα αναφέρονται στα δικαιώματα αλλά και οι υποχρεώσεις των πολιτών, γίνονται ουσιαστική γνωριμία με τα της φιλοσοφίας, ενώ παρέχεται η γνώση της λειτουργίας και των θεμελιωδών λίθων των συστημάτων απονομής της δικαιοσύνης.

Η κύρια προσπάθεια εστιάζεται στην ενδυνάμωση του δικαίου ως αξίας και η διατήρηση των αρχών του στην καθημερινότητα.

Πιθανώς, και με τα ισχύοντα τα τελευταία χρόνια, το κοινό περί δικαίου αίσθημα στην Ελλάδα είναι ανικανοποίητο. Και αυτό, εφόσον συμβαίνει, γεννά και θα γεννήσει πολλά προβλήματα. Προβλήματα μη αποδεχόμενα λύση. Απαίτηση κοινή μοιάζει να είναι, η τιμωρία (ως αποτέλεσμα εφαρμογής δικαιοσύνης και όχι ως πράξη εκδίκησης) των πολιτικών (και των πολιτών) που έφεραν την κατάσταση σε αυτή την αδυσώπητη τραγικότητα.

Η διαφθορά, οι παράνομες προσλήψεις, τα πλαστά πτυχία και οι φορείς όπως και τα φυσικά πρόσωπα που τα δέχθηκαν, η κατ’ ουσία παράνομη τοποθέτηση των αποθεματικών των ασφαλιστικών ταμείων στο χρηματιστήριο, η μη εφαρμογή –κατά περίπτωση- του πνεύματος του νόμου και η πολυνομία, η μεγάλη αργοπορία στην προσπάθεια απονομής δικαιοσύνης, ο διορισμός των ανώτατων δικαστών αποκλειστικά από την κυβέρνηση(υπουργικό συμβούλιο), οι συνεχείς αλλαγές του φορολογικού συστήματος με ταυτόχρονη μη απόδοση φόρων των εχόντων (π.χ. των ιδιοκτητών ΜΜΕ), το χάος της δημόσιας διοίκησης, το θράσος μερίδας του πολιτικού κόσμου, η βάρβαρη, για να μην πούμε αιμοχαρής, ληστεία με διαφόρους νομιμοφανείς τρόπους του εισοδήματος των πολιτών και τόσα άλλα, κλόνισαν και κλονίζουν την βάση της κοινωνίας των πολιτών, αφαιρώντας τους την πίστη σε ένα κράτος δικαίου και το κυριότερο την ελπίδα, το όνειρο.

Φαίνεται, σύμφωνα με δημοσκοπήσεις, ότι ελάχιστοι πολίτες πιστεύουν ότι θα υπάρξει ανάπτυξη ή έστω θα διορθωθούν κάπως τα πράγματα, αν προηγουμένως δεν υπάρξει η πολυπόθητη όσο και αναγκαία πραγματική απόδοση ευθυνών και.., για να λέμε τα πράγματα με το όνομά τους, να επιβληθούν οι πρέπουσες δίκαιες ποινές οι οποίες θα αποτελέσουν και παράδειγμα προς αποφυγή.

Δύο από τις βασικότερες αρχές του συντάγματος είναι η αρχή της ισότητας και η αρχή αναλογικότητας. Αυτές όμως οι αρχές μήπως καταστρατηγούνται με τον νόμο 31269 (και όπως αυτός τροποποιήθηκε το 2003) περί (μη) ευθύνης υπουργών; Μήπως με την ερμηνεία αυτού του νόμου εξασφαλίζεται το ακαταδίωκτο των βουλευτών μελών της κυβέρνησης αλλά και των συνεργατών τους, παρέχοντάς τους προνομιακή μεταχείριση σε σχέση με τους απλούς πολίτες;

Άς δούμε μια προσέγγιση επί του θέματος: “Όταν σχεδιάστηκε το πρώτο Σύνταγμα, το 1822, το άρθρο 22 επέτρεπε την παραπομπή Βουλευτών στη Δικαιοσύνη, μόνον αν η Βουλή ψήφιζε τη σχετική απόφαση με τα 4/5 της πλειοψηφίας των Βουλευτών. Αυτό το άρθρο το ψήφισαν για να προστατευθούν από το έντονο κλίμα της πολιτικής διαμάχης και της αμοιβαίας καχυποψίας που κυριαρχούσε μεταξύ των Ομάδων που επεδίωκαν τον Έλεγχο της Εξουσίας. Το 1827 ψηφίστηκε μια τροποποίηση που άλλαζε τα 4/5 σε απλή πλειοψηφία. Ούτε αυτό όμως δεν εφαρμόστηκε γιατί ο Καποδίστριας εισηγήθηκε την αναστολή του. Τέλος το άρθρο 86 που ψηφίστηκε (…) δυσχεραίνει ακόμα περισσότερο την παραπομπή Βουλευτών και Υπουργών δημιουργώντας τεράστια διαδικαστικά οχυρά άμυνας των βουλευτών. Για αυτό και κανένας τα τελευταία 35 χρόνια δεν οδηγήθηκε ποτέ στην φυλακή.”1

Ιδιόρρυθμος, ιδιότυπος και ιδιόμορφος νόμος2 αλήθεια! Ένας νόμος που προφανώς «βλέπει» διαφορετικά τα εγκλήματα που πιθανώς θα διαπράξει ο απλός πολίτης από ένα υπουργό π.χ.

Του υπουργού τα πιθανά εγκλήματα μπορούν να διαγραφούν εξαιρετικά σύντομα. Του πολίτη όχι. Και τούτο διότι η παραγραφή παρατείνεται, μόνο αν το κοινοβούλιο, που από το σύνταγμα ορίζεται ως το μοναδικό όργανο περί της διώξεως εν ενεργεία και διατελεσάντων υπουργών – υφυπουργών, έχει προφτάσει να ασκήσει δίωξη σε συγκεκριμένο διάστημα. Για τον απλό πολίτη ισχύει η ποινική δίωξη χωρίς βεβαίως άδεια από την βουλή, το αυτόφωρο, η άμεση σύλληψη. Θα πάει στο δικαστήριο και αν καταδικαστεί θα υποστεί τις συνέπειες των αξιόποινων πράξεων του. Για τον υπουργό ισχύουν άλλα τινά.

Το πρόσφατο παρελθόν έχει καταδείξει ότι οι σχετικές ενέργειες ως προς την παραπομπή υπουργού κτλ., που πρέπει να γίνουν από την βουλή και τα τυπικά τους καθυστερούν τόσο, που επί του πρακτέου είναι αδύνατον η δίωξη να πραγματοποιηθεί πριν την παραγραφή.

Άλλωστε δεν είναι εντελώς τυχαίο –όπως σε αναφορές διαβάζουμε- ότι τα τελευταία 28 χρόνια από εισαγγελικές αρχές έχει ζητηθεί άδεια από την βουλή για δίωξη για σοβαρά, πολύ σοβαρά και λιγότερα σημαντικά αδικήματα 800 φορές. Η βουλή έδωσε άδεια μόνο πέντε φορές!

Ευνόητο είναι ότι το κοινό περί δικαίου αίσθημα πρέπει να ικανοποιηθεί με νόμιμο και δίκαιο επί της ουσίας, δημοκρατικό και απόλυτα αποτελεσματικό τρόπο.

Και σύντομα.

Επίσης ευνόητο και ιστορικά αποδεδειγμένο είναι, ότι μόνο με υποσχέσεις, φόρους, ανεργία και έλλειψη παραγωγής (ιδεών και αγαθών) τίποτε ελπιδοφόρο δεν προμηνύεται.

 

 

 

 

Υποσημειώσεις

  1. Καθηγητής Θεοδόσης Πελεγρίνης σε ομιλία του τον Απρίλιο του 2011 σε συγκέντρωση πανεπιστημιακών.
  2. Ο αναγνώστης, αν το επιθυμεί, μπορεί να ανατρέξει σε σχετικό άρθρο με τίτλο «Ευθύνη υπουργών και συμμετόχων» του κ. Νικολάου Καλογήρου, Προέδρου Εφετών Αθηνών, που δημοσιεύτηκε την ημέρα των Χριστουγέννων του 2009, στην εφημερίδα «Κυριακάτικη Ελευθεροτυπία».