Πότσνταμ, Γερμανία – Αυτό το μήνα συμπληρώνονται 58 χρόνια από τότε που ξεκίνησε η κατοχή της Γερμανίας από τους Συμμάχους, μια κατοχή που, στην αντίληψη πολλών Γερμανών, δεν τελείωσε ποτέ. Στρατοί ξένων χωρών εξακολουθούν να έχουν βάσεις επί γερμανικού εδάφους, καθώς η μεγαλύτερη και πλέον ευημερούσα “δημοκρατία” της Ευρώπης εξακολουθεί να μη διαθέτει σύνταγμα, ούτε ειρηνευτικό σύμφωνο που να βάζει επισήμως τέλος στο Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο.

Όπως και οι συρράξεις του Ιράκ και του Αφγανιστάν, ο Β’ Παγκόσμιος Πόλεμος στερείται νόμιμης λήξης όσον αφορά τη Γερμανία, δεδομένου ότι δεν υπογράφηκε ποτέ σχετική συνθήκη μεταξύ της Γερμανίας και των Συμμάχων.

Ο κατά δήλωσή τους στόχος των βρετανικών και αμερικανικών δυνάμεων στο Ιράκ είναι η απελευθέρωση του ιρακινού λαού και η εγκαθίδρυση της δημοκρατίας. Εάν όμως η βρετανοαμερικανική κατοχή του Ιράκ ακολουθήσει το πρότυπο της Συμμαχικής κατοχής της Γερμανίας, είναι απίθανο να οικοδομηθεί στο εγγύς μέλλον μια κυρίαρχη δημοκρατία στο Ιράκ.

Μπορεί ο πολύκροτος επινίκιος λόγος που είχε εκφωνήσει ο Πρόεδρος Τζωρτζ Μπους ο νεότερος από το κατάστρωμα ενός αεροπλανοφόρου να αποσκοπούσε στο να δημιουργήσει την εντύπωση ότι η σύγκρουση στο Ιράκ είχε τελειώσει, όμως στην πραγματικότητα δεν είχε τελειώσει. Και εάν στο Ιράκ επαναληφθεί το γερμανικό μοντέλο, τότε ίσως δεν τελειώσει ποτέ.

Το εν μέρει επανενωμένο γερμανικό έθνος θεωρείται μια σύγχρονη ευρωπαϊκή δημοκρατία, η οποία όμως δε διαθέται σύνταγμα, πλην του προσωρινού «Βασικού Νόμου» (Grundgesetz), ο οποίος είχε συνταχθεί το 1948 υπό την καθοδήγηση των στρατιωτικών δυνάμεων κατοχής των ΗΠΑ με αρχικό σκοπό να ισχύσει μόνο για τα δυτικά τμήματα της Γερμανίας που βρίσκονταν υπό αμερικανικό έλεγχο. Μια από τις τελικές διατάξεις του Βασικού Νόμου αναφέρει ότι [ο Βασικός Νόμος] θα αντικατασταθεί όταν η Γερμανία αποκτήσει σύνταγμα.

Το άρθρο 23, όπου ορίζεται η δικαιοδοσία του Βασικού Νόμου, αφαιρέθηκε κατόπιν αιτήματος του πρώην Υπουργού Εξωτερικών των ΗΠΑ Τζέιμς Μπέικερ, σε διάσκεψη των Συμμαχικών Δυνάμεων με τα πρώην δύο γερμανικά κράτη στο Παρίσι στις 17 Ιουλίου 1990. Σε εκείνη τη διάσκεψη, τα δύο γερμανικά κράτη καταργήθηκαν νομικά, ενώ οι υπουργοί των εξωτερικών τους πληροφορήθηκαν αυτή την εξέλιξη κατόπιν εορτής. Ως αποτέλεσμα αυτών των μεταβολών, ορισμένοι νομικοί κύκλοι ισχυρίζονται ότι ο Βασικός Νόμος δεν έχει ισχύ στο επανενωμένο γερμανικό κράτος.

Σε κάθε περίπτωση, ο Βασικός Νόμος είναι ελλιπής και αντιφατικός και, επομένως, δεν μπορεί να χρησιμεύσει ως πραγματικό σύνταγμα. Για παράδειγμα, το άρθρο 139 ορίζει ότι οι «νομικές διατάξεις» περί Ναζισμού και γερμανικού μιλιταρισμού «δεν θίγονται» από το Βασικό Νόμο. Το άρθρο αυτό υποδηλώνει ότι οι πολυάριθμοι κατοχικοί νόμοι και διακηρύξεις των Συμμάχων παραμένουν σε ισχύ παρά την ύπαρξη του Βασικού Νόμου.

«Το άρθρο 139 είναι λίγο αντιφατικό», δήλωσε στο American Free Press (AFP) ο Christian Tomuschat, καθηγητής Γερμανικού Συνταγματικού Δικαίου στο Πανεπιστήμιο Χούμπολτ του Βερολίνου. Παρά τα εμφανή προβλήματα του Βασικού Νόμου, ο οποίος δεν έχε επικυρωθεί ποτέ με λαϊκή ψήφο, ο Tomuschat εμμένει ότι, κατά την άποψή του, πρόκειται για έγκυρο γερμανικό σύνταγμα. «Το Γκρούντγκεζετς είναι Σύνταγμα – απλώς έχει άλλο όνομα», λέει.

Σύμφωνα με τον Tomuschat, δεν υπάρχει στη Γερμανία κάποιο κίνημα που να επιδιώκει τη δημιουργία συντάγματος. Κατά την άποψη του καθηγητή, το πρόβλημα της ανεργίας είναι πολύ σημαντικότερο από την απουσία «αυθεντικού» συντάγματος. «Οι θέσεις εργασίας είναι σήμερα πιο σημαντικές από ένα σύνταγμα», δήλωσε ο Tomuschat στο AFP.

Το γεγονός ότι ο ατελής, προσωρινός Βασικός Νόμος επέχει θέση de facto συντάγματος στη Γερμανία είναι απαράδεκτο κατά την άποψη του Βόλφγκανγκ Γκέρχαρντ Γκύντερ Έμπελ, μεταβατικού Ράιχσκάντσλερ (Καγκελαρίου του Ράιχ) της Γερμανίας. Ο Έμπελ είναι επικεφαλής της μεταβατικής κυβέρνησης η οποία ισχυρίζεται ότι αποτελεί τη νόμιμη διάδοχο του Δεύτερου Γερμανικού Ράιχ, δηλαδή εκείνου που είχε αντικατασταθεί από το παράνομο Τρίτο Ράιχ του Αδόλφου Χίτλερ (1933-45).

«Η Γερμανία εδράζεται πάνω στο 2ο Ράιχ» και στο σύνταγμα της Δημοκρατίας της Βαϊμάρης που δημιουργήθηκε στις 11 Αυγούστου 1919, δήλωσε ο Έμπελ στο AFP.

Το 1987, οι Σύμμαχοι ζήτησαν από τον Έμπελ να υποβάλει ένα αντίτυπο του πρωτότυπου συντάγματος της Βαϊμάρης του 1919 το οποίο και έπραξε. Σύμφωνα με τον Έμπελ, αυτό το σύνταγμα του Δεύτερου Γερμανικού Ράιχ αποτελεί το μοναδικό νόμιμο σύνταγμα της Γερμανίας, έως ότου υπογραφεί ειρηνευτική συνθήκη.

Οι Σύμμαχοι αναγνώρισαν τα νόμιμα σύνορα του Γερμανικού Ράιχ όπως ίσχυαν στις 31 Δεκεμβρίου 1937. Αυτά τα σύνορα περιλαμβάνουν τα κατεχόμενα γερμανικά εδάφη της Ανατολικής Πρωσίας, Πομερανίας και Σιλεσίας, των οποίων το οριστικό καθεστώς επρόκειτο να προσδιοριστεί σε ειρηνευτική συμφωνία.

Όμως αυτή η ειρηνευτική συμφωνία δε συνήφθη ποτέ. Η αποκαλούμενη Τελική Διευθέτηση της 12ης Σεπτεμβρίου 1990 απαιτούσε να επιβεβαιωθούν τα υπάρχοντα σύνορα μεταξύ Πολωνίας και Γερμανίας και η Γερμανία να παραιτηθεί από κάθε εδαφική διεκδίκηση στο μέλλον. Το καθεστώς της Ανατολικής Πρωσίας και της πρωτεύουσάς της, Κένιγκσμπεργκ, που κατελήφθη και μετονομάστηκε από τη Σοβιετική Ένωση το 1945, δεν αναφέρεται στην Τελική Διευθέτηση.

Σύμφωνα με τη μεταβατική κυβέρνηση, η Τελική Διευθέτηση δεν είναι έγκυρη διότι τέθηκε υπό διαπραγμάτευση και υπογράφηκε από τους υπουργούς εξωτερικών των δύο γερμανικών κρατών, την Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας (BRD) και τη Γερμανική Λαοκρατική Δημοκρατία (DDR), αμφότερες των οποίων έπαψαν νομικά να υπάρχουν μετά τη διάσκεψη του Παρισιού της 17ης Ιουλίου 1990.

«Η γερμανική κυβέρνηση είναι παράνομη», δήλωσε ο Έμπελ στο AFP, «και οι πράξεις της δεν έχουν νομικό έρεισμα». Στην ερώτηση πώς είναι δυνατό ο γερμανικός λαός να αγνοεί αυτή την κατάσταση, ο Έμπελ απάντησε ως εξής: «Τα γερμανικά ΜΜΕ βρίσκονται ακόμα υπό τον έλεγχο των Συμμάχων. Το σύνολο των μέσων είναι χειραγωγούμενα.

»Ο Δεύτερος Παγκόσμιος Πόλεμος δεν έχει τελειώσει, δεδομένου ότι δεν έχει υπογραφεί συνθήκη ειρήνευσης μεταξύ της Γερμανίας και των Συμμάχων», λέει ο Έμπελ. «Το ειρηνευτικό σύμφωνο είναι το πιο σημαντικό πράγμα που χρειαζόμαστε και επιθυμούμε».

Το γεγονός ότι δεν υπάρχει επίσημο ειρηνευτικό σύμφωνο μεταξύ της Γερμανίας και των Συμμάχων, επικεφαλής των οποίων είναι οι Ηνωμένες Πολιτείες, προσβάλλει τη γερμανική κυριαρχία. «Μέχρις ότου υπογραφεί ειρηνευτικό σύμφωνο, η Γερμανία θα αποτελεί αποικία των Ηνωμένων Πολιτειών», δήλωσε στον Έμπελ ο Τζον Κόρνμπλουμ από το Υπουργείο Εξωτερικών των ΗΠΑ στις 20 Οκτωβρίου 1985. Σύμφωνα με τον Έμπελ, ο Κόρνμπλουμ σήμερα εργάζεται στην Τράπεζα Λαζάρ στο Βερολίνο.

Περίπου 80.000 άτομα στρατιωτικό προσωπικό των ΗΠΑ είναι μόνιμα τοποθετημένα στη Γερμανία, ενώ και η Βρετανία εξακολουθεί να διατηρεί στρατεύματα και στρατιωτικό υλικό σε βάσεις της στην περιοχή της δυτικής Γερμανίας η οποία βρισκόταν παλαιότερα υπό βρετανική κατοχή. Το θέαμα βρετανικού στρατιωτικού άρματος στους δρόμους του Μύνστερ στη Βεστφαλία δεν είναι καθόλου σπάνιο.

Σύμφωνα με τον Έμπελ, εξακολουθούν να ισχύουν οι νόμοι της αμερικανικής κατοχής όπως τους κληροδότησε το Ανώτατο Αρχηγείο Συμμαχικών Εκστρατευτικών Δυνάμεων (SHAEF). Ο πρώτος νόμος, η Διακήρυξη Νο. 1, που όριζε το Στρατηγό Ντουάιτ Ντ. Αϊζενχάουερ ανώτατο άρχοντα στις περιοχές υπό τον έλεγχο των ΗΠΑ, υπογράφηκε στις 13 Φεβρουαρίου 1944. Συμμαχικές αρχές έχουν ενημερώσει τον Έμπελ ότι αυτοί οι νόμοι του SHAEF θα παραμείνουν σε ισχύ για 60 έτη από την ημερομηνία της υπογραφής τους και ότι ισχύουν για το σύνολο της Ευρώπης.

Οι κρούσεις του Έμπελ προς το αμερικανικό Υπουργείο Εξωτερικών και την Αμερική Πρεσβεία στο Βερολίνο σχετικά με την εγκυρότητα των νόμων SHAEF και των διακηρύξεων των ΗΠΑ περί κατοχής στη Γερμανία παρέμειναν αναπάντητες.

«Όταν υπογραφεί ειρηνευτικό σύμφωνο, όταν γιατρευτεί η πληγή, τότε θα αλλάξουν πολλά πράγματα», δηλώνει ο Έμπελ, «όχι μόνο για τη Γερμανία, αλλά και για ολόκληρο τον κόσμο.

»Τα Ηνωμένα Έθνη έχουν και αυτά μεταβατικό χαρακτήρα. Εάν υπογραφεί ειρηνευτικό σύμφωνο μεταξύ της Γερμανίας και των Συμμάχων [πρωτίστως τις Ηνωμένες Πολιτείες], ο ΟΗΕ θα πάψει να υφίσταται όπως τον ξέρουμε», είπε ο Έμπελ. Ο Οργανισμός Ηνωμένων Εθνών ιδρύθηκε το 1945 απο πρωτοβουλία των 26 εθνών που συμμετείχαν στον αντιναζιστικό συνασπισμό του 1942. Μέχρι το 1944, ο συνασπισμός περιελάμβανε 47 έθνη.

Ο καταστατικός χάρτης του ΟΗΕ περιέχει «μέτρα κατά εχθρικού κράτους» [άρθρα 53 και 107], τα οποία συντάχθηκαν εξαιτίας της Γερμανίας και αναφέρονται σε αυτήν ως «κράτος εχθρό».

«Η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας (πρών Δυτική Γερμανία) δεν είναι η νόμιμη διάδοχος ή κληρονόμος του Δεύτερου Γερμανικού Ράιχ», δηλώνει ο Έμπελ και συνεχίζει λέγοντας ότι, για το λόγο αυτό, ειρηνευτικό σύμφωνο που ενδεχομένως υπογράψει η σημερινή γερμανική κυβέρνηση του Βερολίνου δεν θα έχει νομική ισχύ.

«Μέχρις ότου αναδειχθεί και ψηφιστεί από το λαό πραγματική κυβέρνηση», δηλώνει ο Έμπελ, είναι απαραίτητη η μεταβατική κυβέρνηση για να «εκπληρώνει το ρόλο της νόμιμης γερμανικής κυβέρνησης».

Ο Έμπελ ισχυρίζεται ότι οι Σύμμαχοι τον έχουν εξουσιοδοτήσει να υπηρετήσει ως επικεφαλής της μεταβατικής κυβέρνησης. Δημόσιος υπάλληλος στο Γερμανικό Σιδηρόδρομο, ο Έμπελ γεννήθηκε στο Βερολίνο το 1939 και είναι πολίτης του Γερμανικού Ράιχ, αφού ποτέ του δεν πήρε την υπηκοότητα κανενός εκ των δύο γερμανικών κρατών που προέκυψαν μετά το Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο. Το Βερολίνο ήταν ξεχωριστή ζώνη και «δεν υπήρξε ποτέ τμήμα ούτε της BRD ούτε της DDR», δήλωσε ο Έμπελ.

Ο Έμπελ διορίστηκε για πρώτη φορά από το Στρατοδικείο των ΗΠΑ στο Βερολίνο να υπηρετήσει ως νομομαθής σύμβουλος (Rechtskonsulent) για την Πρωσία στις 23 Σεπτεμβρίου 1980.

Στις 9 Ιανουαρίου 1984, το αμερικανικό Υπουργείο Εξωτερικών στο Βερολίνο διόρισε τον Έμπελ επικεφαλής των Γερμανικών Σιδηροδρόμων (Reichsbahn) στο Δυτικό Βερολίνο. Στις 8 Μαΐου 1985, ακριβώς σαράντα χρόνια μετά τη συνθηκολόγηση του γερμανικού στρατού (Wehrmacht), ο Έμπελ διορίστηκε Υπουργός Μεταφορών του Γερμανικού Ράιχ από τον Ύπατο Αρμοστή των ΗΠΑ στη Γερμανία, ο οποίος, λέει, ήταν τότε ο αμερικανός Πρεσβευτής στη Δυτική Γερμανία (BRD) Ρίτσαρντ Μπερτ (Richard Burt).

Τέλος, στις 27 Σεπτεμβρίου 2000, ο Ερνστ Ματσένκο (Ernst Matscheko), εκπρόσωπος του Υπουργείου Δικαιοσύνης των ΗΠΑ, διόρισε τον Έμπελ καγκελάριο του Γερμανικού Ράιχ (Reichskanzler). Σύμφωνα με πληροφορίες, ο Ματσένκο ζήτησε από τον Έμπελ να ορίσει Πρόεδρο του Ράιχ (Reichspräsident) και ειδικό πρεσβευτή στα Ηνωμένα Έθνη.

Η αμερικανική πρεσβεία στο Βερολίνο ούτε επιβεβαιώνει ούτε διαψεύδει τους ισχυρισμούς του Έμπελ, τους οποίους ο ίδιος στηρίζει σε έγγραφα που παρουσιάζει ως αποδεικτικά στοιχεία. Ένας εκπρόσωπος της Αμερικανικής Πρεσβείας δήλωσε στο AFP: «Δεν φέρουμε ευθύνη για αυτά που ισχυρίζονται [η κυβέρνηση του Ράιχ]».