Η αναθεωρητική Τουρκία και εμείς

Ανδρέας Θεοφάνους*

 

Τους τελευταίους μήνες οι ενέργειες της Τουρκίας έχουν προβληματίσει σοβαρά όλες τις πολιτικές δυνάμεις σε Αθήνα και Λευκωσία.  Δεν υπάρχει πλέον καμιά αμφιβολία ότι η Τουρκία είναι μια αναθεωρητική δύναμη. Πέραν τούτου οι επεκτατικές της βλέψεις επηρεάζουν την Κύπρο και την Ελλάδα.  Το ζητούμενο είναι η ανάσχεση της Τουρκίας και η κατάληξη σε ένα έντιμο συμβιβασμό στο Κυπριακό και σε όλα τα ελληνοτουρκικά ζητήματα. Αυτό δεν μπορεί να προκύψει ως αποτέλεσμα μιας πολιτικής κατευνασμού.  Μια τέτοια πολιτική αναπόφευκτα οδηγεί είτε σε σύρραξη είτε σε συνθηκολόγηση με ταπεινωτικούς όρους και απώλεια εθνικών κυριαρχικών δικαιωμάτων. Αντίθετα ένας έντιμος συμβιβασμός θα καταστεί εφικτός όταν η Τουρκία αντιληφθεί ότι η περαιτέρω κλιμάκωση και μια ενδεχόμενη σύρραξη θα έχουν κόστος και γι’ αυτήν.

Σε σχέση με το Κυπριακό πάγιος στόχος της Τουρκίας είναι μια διευθέτηση που να οδηγεί στην αντικατάσταση της Κυπριακής Δημοκρατίας με ένα μόρφωμα το οποίο θα είναι υπό την κηδεμονία της. Στην παρούσα συγκυρία η Άγκυρα κλιμακώνει επίσης τις παράνομες δραστηριότητές της στην Κυπριακή ΑΟΖ.  Σε έναν ενδεχόμενο νέο γύρο συνομιλιών ο οποίος θα λάβει χώρα μετά την ανάδειξη νέου Τουρκοκύπριου ηγέτη, η τουρκική πλευρά αναμένεται ότι θα προτάξει τα ενεργειακά ζητήματα. Η πρόσφατη πρόταση που υπέβαλε για μορατόριουμ στις ενεργειακές δραστηριότητες είναι ενδεικτική των προθέσεών της.  Η ελληνοκυπριακή πλευρά θα πρέπει να είναι πολύ καλά προετοιμασμένη λαμβάνοντας επίσης υπ’ όψιν ότι η πολιτική που έχει ακολουθηθεί για χρόνια τώρα στο Κυπριακό απέτυχε. Αλλά και στα ενεργειακά ζητήματα απαιτείται πραγματισμός. Για παράδειγμα, ο κατ’ επανάληψιν εκφρασθείς στόχος για μείωση της ενεργειακής εξάρτησης της ΕΕ από τη Ρωσία διά των κοιτασμάτων της Ανατολικής Μεσογείου δεν είναι πειστικός.

Σε σχέση με τα ευρύτερα ελληνοτουρκικά ζητήματα η πολιτική ανοχής ή ακόμα και κατευνασμού που ακολουθήθηκε όλα αυτά τα χρόνια δεν οδήγησε στην αποφυγή των εντάσεων ούτε και προστάτευσε τα εθνικά συμφέροντα.  Η Τουρκία σήμερα αμφισβητεί τα κυριαρχικά δικαιώματα της Ελλάδας στο Αιγαίο και στην Ανατολική Μεσόγειο. Άλλωστε ο Πρόεδρος Ερντογάν και άλλοι Τούρκοι αξιωματούχοι μιλούν για αναθεώρηση της Συνθήκης της Λωζάνης.

Τόσο η Ελλάδα όσο και η Κύπρος θα πρέπει να αναβαθμίσουν τους συντελεστές ισχύος.  Στο πολιτικο-διπλωματικό επίπεδο είναι σημαντικό να τονισθεί ότι στις συνεργασίες που αναπτύσσονται στην Ανατολική Μεσόγειο σε διάφορα ζητήματα είναι δυνατό να συμμετέχει και η Τουρκία στα πλαίσια του αλληλοσεβασμού της εδαφικής ακεραιότητας, της ανεξαρτησίας και κυριαρχίας όλων των κρατών. Παράλληλα οι οποιεσδήποτε διαφορές μπορούν να επιλυθούν αξιοποιώντας και το Διεθνές Δικαστήριο της Χάγης. Ενώ είναι δυνατό η Τουρκία να δεχθεί μια τέτοια ρύθμιση μόνο με την Ελλάδα, θα πρέπει να καταβληθούν προσπάθειες για μια ολική ρύθμιση των διαφόρων ζητημάτων συμπεριλαμβανομένων των κυριαρχικών δικαιωμάτων της Κυπριακής Δημοκρατίας.  Σε σχέση με το Κυπριακό είναι πολύ σημαντικό να σταλεί το μήνυμα προς όλες τις κατευθύνσεις ότι η ύπαρξη και η συνέχεια της Κυπριακής Δημοκρατίας είναι αναφαίρετο δικαίωμα του κυπριακού λαού. Κανένα σοβαρό κράτος δεν αυτοκαταργείται.

Οι όποιες δηλώσεις στήριξης από την ΕΕ καθώς και διαφόρων χωρών είναι καλοδεχούμενες.  Όμως απαιτούνται πολύ περισσότερα. Τόσο η Ελλάδα όσο και η Κυπριακή Δημοκρατία θα πρέπει να στείλουν το μήνυμα ότι η ανοχή της παρανομίας όχι μόνο αποτελεί αποσταθεροποιητικό παράγοντα αλλά ταυτόχρονα υποσκάπτει και τα ευρύτερα συμφέροντα της ΕΕ.  Παράλληλα Ελλάδα και Κύπρος με τις δράσεις τους καλούνται να επιβεβαιώσουν ότι αποτελούν πυλώνες σταθερότητας και συνεργασίας στην Νοτιοανατολική Μεσόγειο και την ευρύτερη περιοχή.

Οι οποιοιδήποτε σχεδιασμοί θα πρέπει να λαμβάνουν υπ’ όψιν τις ευρύτερες εξελίξεις που συντελούνται στην περιοχή μας.  Παράλληλα είναι καθοριστικής σημασίας να πολιτευόμαστε με πραγματισμό και όχι υπό την επήρεια ψευδαισθήσεων. Οι ενέργειες της Τουρκίας στην Κύπρο, στη Συρία, τη Λιβύη, στον θαλάσσιο Ελλαδικό χώρο καθώς και στη διένεξη μεταξύ Ισραήλ και Παλαιστινίων είναι ενδεικτικές των στόχων της.  Η Άγκυρα δεν αρκείται στον ρόλο μιας περιφερειακής δύναμης με καθοριστική επιρροή στην Ανατολική Μεσόγειο. Αντίθετα, με ορίζοντα το 2023 επιδιώκει να καταστεί επίσης μια υπολογίσιμη δύναμη στο αναδυόμενο διεθνές σύστημα με ευρύτερη εμβέλεια.

 

* Ο Καθηγητής Ανδρέας Θεοφάνους είναι Πρόεδρος του Κυπριακού Κέντρου Ευρωπαϊκών και Διεθνών Υποθέσεων καθώς και του Τμήματος Πολιτικών Επιστημών και Διακυβέρνησης του Πανεπιστημίου Λευκωσίας.