Γράφει ο Μιχάλης Παπαδημητρίου

Το σημερινό άρθρο έχει σχέση με τους λεγόμενους «θησαυρούς». «Θησαυροί» είναι συλλογές σταχυολογημένων στοιχείων επί ενός θέματος.

Συχνά λ.χ. μνημονεύουμε τις «τελευταίες λέξεις» που είπαν πεθαίνοντας διάσημα πρόσωπα της ιστορίας.

Βέβαια σε πολλά από αυτά τα ρητά είναι φυσικό να μην υπήρξαν αυτήκοοι μάρτυρες, και η ιστορική έρευνα προσανατολίζεται στο ότι «κατασκευάστηκαν» μεταγενέστερα, όπως επί παραδείγματι το «και όμως κινείται!» (E pur si muove!) του Γαλιλέου.

Όπως και να’ χει όμως το πράγμα, οι ρήσεις αυτές αποκρυσταλλώνουν και αποφθεγματοποιούν την πολιτεία και τις διά βίου δοξασίες του κάθε διασήμου.

Να σημειωθεί ακόμα ότι αυτή η αποθησαύριση κάποτε ήταν ένα επίπονο λογιοτατικό χόμπι, ενώ σήμερα, ελέω τεχνολογίας, μπορεί να είναι μια ρουτίνα μέσα στον παγκόσμιο ιστό.

Κι ας αρχίσουμε τιμής ένεκεν από το Χριστό. Επί σταυρού είπε το «τετέλεσται» που σημαίνει «όλη η διαδικασία τώρα ολοκληρώθηκε».

Στον αντίποδα, ο Ιουλιανός ο Παραβάτης ραντίστηκε με το αίμα της πληγής του στις 26 Ιουνίου 363 μ.Χ. και είπε πεθαίνοντας «Νενίκηκας Χριστέ, κορέσθητι Ναζωραίε!»

Του Βούδα λέγεται ότι οι τελευταίες του λέξεις ήταν προς τους μαθητές του: «Πολεμείτε ακατάπαυστα», μια ρήση πραγματικά περίεργη καθότι έρχεται σε αντίθεση με την ήρεμη και διαλογιστική φιλοσοφία του Βουδισμού.

Ο Ιωάννης Βόλφγκαγκ Γκέτε πεθαίνοντας, πραγματικά ακμαιότατος και συγγράφων μέχρι τις τελευταίες μέρες του βίου του, το 1833, είπε το: «Φως, περισσότερο φως!».

Ο Αρχιμήδης είπε «Μη μου τους κύκλους τάραττε» πεθαίνοντας από το σπαθί του Ρωμαίου στρατιώτη.

Ο Ορφέας, αυτή η μεγάλη μορφή της αρχαίας ελληνικής ιστορίας, είπε «εγώ πεθαίνω, οι θεοί όμως είναι ζωντανοί».

Ο Ιούλιος Καίσαρ δολοφονούμενος είπε «Και συ τέκνον Βρούτε;» Ήταν οι Ειδοί (15η ημέρα) του Μαρτίου του 44 π.Χ.

Ο Μωυσής πεθαίνοντας είπε: « Γυρίστε στο λαό του Ισραήλ .Όταν έλθει ο καιρός, ο θεός θα στείλει έναν προφήτη και θα πάρει το λόγο στο στόμα του. Αυτός θα σας πει τις εντολές του Θεού (Δευτερονόμιο XVII  18-19)

Ο Κρίσνα πεθαίνοντας και τρυπημένος με το τρίτο βέλος, αναφώνησε «Μαχαντέβα» δηλαδή «Μεγάλη θεά μου!»

Ο Βασιλιάς των Ελλήνων  Όθων πέθανε στη Βαμβέργη της Γερμανίας από ερυσίπελας σε ηλικία 52 ετών. Οι τελευταίες λέξεις του ήταν προς το γιατρό και φίλο του Ρέζερ που είχε ήδη κάνει λάθος διάγνωση: «Errare humanum est» («ανθρώπινο το σφάλλειν»).

Ο Ζήνων ο Κιτιεύς, ο στωικός φιλόσοφος, γέρων 98 ετών σκόνταψε στη συνέλευση και πέφτοντας αναφώνησε «τι με βοάς;» («γιατί με καλείς;»). Από κείνη τη στιγμή σταμάτησε να τρώει και σε λίγο πέθανε, όπως μας πληροφορεί ο Λουκιανός στο έργο του «Μακρόβιοι».

Ο Φιλήμων, ποιητής της Νέας Κωμωδίας, είχε έναν παραδοξότατο θάνατο σε ηλικία 97 ετών. Πνίγηκε από τα γέλια όταν είδε ένα γάιδαρο να τρώει σύκα και τα τελευταία του λόγια ήταν αυτά που είπε στον ονηλάτη: «Δεν του δίνεις να πιει και κρασί;» («προσδός τω όνω ακράτω ροφείν»!)

Ο Μάρκο Πόλο λέγεται ότι είπε πεθαίνοντας «Δεν αφηγήθηκα ούτε τα μισά από όσα είδα».

Ο Τζορντάνο Μπρούνο, πνεύμα βαθύ και ανήσυχο, ο κατεξοχήν φιλόσοφος της Αναγέννησης, κάηκε στη Ρώμη από την Ιερά Εξέταση μετά από επτάχρονη φυλάκιση. Ο Μπρούνο «προσπάθησε, κατά τον Γερμανό φιλόσοφο Dilthey,με αρχαία φιλοσοφικά υλικά να περιγράψει ένα νέο κόσμο, με νέο πνεύμα» μακριά όμως από την χριστιανική θρησκεία. Οι τελευταίες του λέξεις ήταν προς τους δικαστές του σωκρατικές και μεγαλειώδεις: «Ακούγοντας την απόφαση, θα πρέπει να θορυβηθήκατε περισσότερο από μένα». Το ημερολόγιο έγραφε 17 Φεβρουαρίου 1600 μ.Χ.

Τα τελευταία λόγια του Σωκράτη (399 π.Χ.), που δεν έπαψε να «παίζει» ούτε τη στιγμή του θανάτου του ήταν: «Κρίτων, μη ξεχάσεις σε παρακαλώ να θυσιάσεις έναν πετεινό στον Ασκληπιό. Του το χρωστάμε».

«Βγες έξω! Οι τελευταίες λέξεις είναι για τους ηλίθιους που δεν είπαν αρκετά στη ζωή τους». Αυτά είπε ο Κάρολος Μαρξ στον οικονόμο του που τον ρώτησε ποιες είναι οι τελευταίες του λέξεις, στις 14 Μαρτίου 1883.

«Όλα μου τα υπάρχοντα για μια στιγμή ακόμα!» είπε πεθαίνοντας το 1603 η Ελισάβετ Α της Αγγλίας.

«Μετά από μένα το χάος !» είπε πεθαίνοντας στις 10-5-1774 ο Λουδοβίκος ΙΕ, ένας μονάρχης που βύθισε στο χάος τη Γαλλία και το λαό στην εξουθένωση.

«Συγγνώμη κύριε! Δεν το έκανα επίτηδες» ήταν τα τελευταία λόγια της Μαρίας Αντουανέτας όταν πάτησε κατά λάθος το πόδι του δημίου της, στις 16 Οκτωβρίου 1793.

«Τώρα δεν είναι η ώρα να κάνουμε εχθρούς!» είπε πεθαίνοντας ο Βολτέρος στον ιερέα που του ζήτησε να αποκηρύξει το Σατανά (1778)

«Εν συντομία, δεν τα πήγαμε και τόσο άσχημα» είπε ο Αρθ. Σοπενχάουερ, και αυτή ήταν η μοναδική αισιόδοξη ατάκα της ζωής του! (1860).

«Η λύπη είναι αιώνια» είπε ο Βαν Γκογκ.

«Μα είναι γελοίο! (absurd)» είπε ο Σ. Φρόιντ.

«Ξέρεις, δεν μπορώ άλλο να πιω» τα λόγια του Πικάσο.

«Ωραία!» τα λόγια του Καντ, όπως μας πληροφορεί ο Βαζιάνσκι.

«Θα κοιμηθώ καλά απόψε» είπε ο Χ. Φορντ.

«Δεν είμαι και ο τελευταίος άνθρωπος που φοβάται το θάνατο» (Δαρβίνος).

«Είναι όμορφα πάνω εκεί» (Έντισον).

Ο Καραγάτσης πέθανε 52 ετών γράφοντας στη γραφομηχανή το «10» και είπε: «Ας γελάσω!»

«Ένας άνθρωπος που πεθαίνει τίποτα δεν μπορεί να κάνει εύκολα»(Β. Φρανκλίνος)

«Kurt Russel» (;) έγραψε στο χαρτί πεθαίνοντας ο Ουόλντ Ντίζνεϊ.

Ο Ντάνιελ Γουέμπστερ, ο μεγαλύτερος αμερικανός ρήτορας και μέγας φιλέλλην πεθαίνοντας ρωτούσε τους φίλους του: «Είπα κάτι που δεν είναι αντάξιο του Ντ. Γουέμπστερ;»

«Πού είναι το ρολόι μου;» ρώτησε ο Σαλβατόρ Νταλί, μιλώντας προφανώς για την «Εμμονή της μνήμης» έναν πίνακα από τους διασημοτέρους όλων των εποχών που δείχνει τρία ρολόγια να σκαρφαλώνουν.

Αυτές ήταν κάποιες από τις επιθανάτιες ρήσεις διασήμων.

Κάποιοι άλλοι τις διατύπωναν επιτύμβια με τη σκέψη ότι θα διαρκέσουν περισσότερο.

Ο Σέξπιρ λ.χ. έδωσε εντολή να γραφτεί στην επιτύμβια στήλη του: «Καλέ φίλε, δι αγάπην Ιησού, μη σκάψεις την εδώ κλεισμένη σκόνη. Ευλογημένος όποιος λυπηθεί τους λίθους και καταραμένος όποιος σαλέψει τα οστά μου»…

Ο Νίκος Καζαντζάκης πεθαίνοντας είχε πει τρεις φορές «διψώ!» και στον τάφο του έγραψε  «Δεν πιστεύω τίποτα, δεν ελπίζω τίποτα, είμαι ελεύθερος» και

Ο Τόμας Έλιοτ ακριβώς τα αντίθετα: «Το τέλος μου είναι η αρχή».

Να σημειωθεί εδώ ότι, όπως μας διηγείται ο Λουκιανός, ρωτήθηκε κάποτε ο εντιμότατος κυνικός φιλόσοφος Δημώνακτας για το ποιος θεωρείται ελεύθερος, και η απάντηση ήταν: «Θεωρώ ελεύθερο αυτόν που δεν ελπίζει τίποτα και δεν φοβάται τίποτα». («αλλά νομίζω ελεύθερον τον μήτε ελπίζοντά τι μήτε δεδιότα»).

Πόσες περίεργες συμπτώσεις (;) και πόσα παλίμψηστα αλήθεια κρύβει μέσα της η ιστορία !….

Μιχάλης Παπαδημητρίου