Τη δυναμική της γελοιογραφίας και της εικόνας της ως κοινωνικό σχόλιο αναδεικνύει η διπλή εκδήλωση της «3ης Έκθεσης (και διαγωνισμός) Γελοιογραφίας ΛΕΑ: Λογοτεχνία και Ελευθερία», σε συνδυασμό με την παρουσίασης της διάσημης διεθνούς έκθεσης της Γουαδαλαχάρα του Μεξικού «La Catrina: 25 χρόνια Σκίτσο, Σάτιρα και Ελευθερία», που εγκαινιάστηκε την Τρίτη 9 Ιουνίου στο Ινστιτούτο Θερβάντες στην Αθήνα, στο πλαίσιο της 18ης διοργάνωσης του Φεστιβάλ Ιβηροαμερικανικής Λογοτεχνίας «Λογοτεχνία Εν Αθήναις».
Η έκθεση, στην οποία παρουσιάζονται έργα νέων αλλά και διεθνώς καθιερωμένων δημιουργών του είδους (όπως ο πασίγνωστος Αργεντίνος Quino), εγκαινιάστηκε παρουσία των πρέσβεων της Ισπανίας, Χόρχε Ντομέκ, της Χιλής, Χουάν Μανουέλ Πίνο Βάσκες και της Κολομβίας, Λίχια Μαργαρίτα Κεσέπ Μπιτάλ, της διευθύντριας του Ινστιτούτου Θερβάντες, Κοράλ Μαρτίνεθ Ίσκαρ, της διευθύντριας του ΛΕΑ, Αδριάνας Μαρτίνες, του διευθυντή της La Catrina, δρ. Εδουάρδο Γκαλίνδο, του Ισπανού πανεπιστημιακού Χουάν Γκαρθία και της επιμελήτριας της έκθεσης, Αδριάνας Μοσκέρα. Κατά τη διάρκεια των εγκαινίων ανακοινώθηκαν οι νικητές, τα έπαθλα και οι εύφημες μνείες του σχετικού διεθνούς διαγωνισμού. Το πρώτο βραβείο απονεμήθηκε στην Μαριλένα Νάρντι από την Ιταλία, ενώ το δεύτερο στον Αμερικανοϊρανό Αλί Μιραΐ.
Μετά τα εγκαίνια διοργανώθηκε στη φιλόξενη ταράτσα του Θερβάντες μία ενδιαφέρουσα συζήτηση με θέμα «Γελοιογραφία, Σκίτσο και προώθηση της Ανάγνωσης», όπου συμμετείχαν οι συντελεστές της έκθεσης (Α. Μοσκέρα, Ε. Γκαλίνδο, Χ. Γκαρθία), οι οποίοι συνομίλησαν με τον γνωστό Έλληνα κομίστα και γελοιογράφο Solup (κατά κόσμον Αντώνη Νικολόπουλο). Όλοι οι συμμετέχοντες υπογράμμισαν τη μεγάλη συμβολή που είχαν οι γελοιογραφίες, τα κόμικς και οι σατιρικές βινιέτες στις εφημερίδες και τα περιοδικά, με τις απλές προτάσεις που χρησιμοποιούνταν σαν πρώτη εισαγωγή κατά την παιδική ηλικία του ανθρώπου στην ανάγνωση και τη λογοτεχνία. Επεσήμαναν, δε, πόσο η σημερινή ψηφιακή πραγματικότητα, που οδηγεί και στον μαρασμό του έντυπου Τύπου -με τον οποίο τόσο συνδέθηκαν η γελοιογραφία, η βινιέτα, το κόμικ- μεταβάλει τη σχέση αυτού του είδους και την κοινωνική και συναισθηματική επίδρασή του πάνω στις νέες ηλικίες και τη διαδικασία της ανάγνωσης.
Αδιαμφισβήτητα, αυτό το ιδιαίτερο εκφραστικό μέσο, που μέσα από μία σχηματοποιημένη εικόνα και λιγοστές ή καθόλου λέξεις μπορεί να κλείσει μέσα του μία πλειάδα από νοήματα και σημασίες και χαρακτηρίζεται από την ευθύτητα, την αμεσότητα και την παρρησία, έχει συνδεθεί οντολογικά με τη λογοτεχνία, σχεδόν από τη γέννηση του βιβλίου και τις πρώτες εικονογραφήσεις.
Με την ανάδυση, δε, του Τύπου ως ανεξάρτητου μέσου πληροφόρησης και συλλογικής διαπαιδαγώγησης και αργότερα με την εξέλιξη της λιθογραφίας, η γελοιογραφία απετέλεσε ένα μοναδικό εκφραστικό μέσο για τον σχολιασμό της πολιτικής και της κοινωνικής πραγματικότητας. Η γελοιογραφία, κινούμενη ανάμεσα στο εικαστικό και την καθομιλουμένη (όχι τη λόγια ή τη δημοσιογραφική) γλώσσα, απετέλεσε ένα διαταξικό, διαγενεακό και διαπολιτιστικό μέσο ψυχαγωγίας, κριτικής και ταύτισης μέσα στην κοινότητα. Δημιουργώντας συχνά κοινωνικούς τύπους και γνώριμα πρόσωπα της καθημερινότητας, η γελοιογραφία συνέβαλε και στην ανάπτυξη μίας συλλογικής ταυτότητας, ενώ συχνά παρότρυνε στην ανάπτυξη της καλλιέργειας, δημιουργώντας περιέργεια και ενδιαφέρον για πολλά από τα θέματα που σατίριζε και σχολίαζε.
Παράλληλα, ως «φθηνό» και προστικό μέσο ψυχαγωγίας και παράλληλα με τον «λαϊκό» και απροσποίητο χαρακτήρα της, αυτό το είδος, σχεδόν σε καθημερινή βάση, συνέβαλε πέρα από τη διαμόρφωση της συλλογικής συνείδησης και βοήθησε στην απεκτόνωση, μέσω της σάτιρας και των παιχνιδιάρικων υπαινιγμών της, της συναισθηματικής έντασης απέναντι στην πραγματικότητα.
Εν τούτοις, η ψηφιακή πραγματικότητα, η οπτική παντοδυναμία και η πλασματικότητα που παράγει στην εικόνα η διογκούμενη εμπορευματοποίησή της, που αποκλείει την παρρησία και τη «βλάσφημη» συχνά μορφή και λειτουργία της γελοιογραφίας, η αποδυνάμωση έντυπου λόγου και μέσων οδηγεί το είδος σε δευτερεύοντα ρόλο. Τα «πολιτισμικά στερεότυπα» (cultural patterns) που επιβάλλονται από την ψηφιακή παντοκρατορία και δημιουργούν μία συμπεριφορική ομοιογένεια -αυτό που ακριβώς καυτηρίαζε και η γελοιογραφία- και η εμπορευματοποίηση του μηνύματος, ωθεί τη γελοιογραφία και το κόμικ είτε στην συμπόρευση είτε στην περιθωριοποίησή του. Ιδίως στη χώρα μας, που γέννησε την αριστοφανική ή μενάνδρια σάτιρα, η εξαφάνιση της γελοιογραφίας, ενός είδους που μεγαλούργησε (ας θυμηθούμε τις μεγάλες στιγμές της στον πόλεμο με την Ιταλία ή στη διάρκεια της δικτατορίας) ως ιδιαίτερο μέσο έκφρασης της έμφυτης παρρησίας και της σατιρικής προδιάθεσης του Έλληνα, θα είναι ταυτόσημη με μία απώλεια ενός ταυτοτικού χαρακτηριστικού της κουλτούρας και της συμπεριφοράς του.
Γιώργης-Βύρων Δάβος
ΠΗΓΗ: ΑΠΕ-ΜΠΕ

Please wait...