ΤΟ ΑΓΝΩΣΤΟ «ΣΧΕΔΙΟ ΛΙΜΝΕΣ»

ΤΟ ΑΓΝΩΣΤΟ «ΣΧΕΔΙΟ ΛΙΜΝΕΣ»   Του Γεωργίου Β. Κασσαβέτη – Επισμηναγού (Ι) ε.α

τ. Δ/ντος Συμβούλου ΕΑΑΑ

 

Συμπληρώθηκαν ήδη 65 χρόνια από την συντριβή της αιματηρής κομμουνιστικής ανταρσίας του 1944-49. Χάριν της θυσίας όλων εκείνων των παλικαριών του Στρατού και της Αεροπορίας, που έβαψαν με το αίμα τους τις κακοτράχαλες και αφιλόξενες βουνοκορφές της ακριτικής Ελλάδος, αναπνέομε εμείς σήμερα ανεμπόδιστα τον αέρα της Ελευθερίας και της Δημοκρατίας. Αν η θυσία τους δεν αναγνωρίζεται από την πολιτεία χάριν μια αθλίας πολιτικής σκοπιμότητας, τούτο επ’ ουδενί μπορεί να μειώσει το μέγεθος και την αξία της προσφοράς τους στην πατρίδα.

Βέβαια η εκπλήρωση του χρέους όσων πιστεύουν στην Ελλάδα εξοργίζει την άλλη πλευρά, η οποία έχει κάθε λόγο να κουκουλώσει τα στυγερά της εγκλήματα και να εμφανισθεί με λευκό ποινικό μητρώο. Διαμαρτύρεται λοιπόν σήμερα σύσσωμη η Κομμουνιστική Αριστερά για την «πρόκληση», «για τις γιορτές μίσους», την «αναμόχλεύση των παθών», τα οποία αποτελούν τη μόνιμη επωδό των τελευταίων 50 ετών.

Με την ευκαιρία της 65ης επετείου της νίκης των εθνικών δυνάμεων δραττόμαστε της ευκαιρίας να αναφερθούμε δι’ ολίγων σε ένα άγνωστο για τους πολλούς Έλληνες σχέδιο, το οποίο εμπεριέχει τον κύριο αντικειμενικό σκοπό του «Δημοκρατικού Στρατού», κατά τη διάρκεια του συμμοριτοπολέμου 1946-49. Ας δούμε όμως τα γεγονότα με χρονική σειρά. Το χρονικό διάστημα μεταξύ Απριλίου και Σεπτεμβρίου 1947 είναι το κρίσιμο διάστημα της κυοφορίας των αποφάσεων της ηγεσίας του ΚΚΕ.

Σύμφωνα με τις εκτιμήσεις της, για την πολιτική κατάσταση της περιόδου εκείνης, τα μεν χρησιμοποιηθέντα μέσα για την κατάληψη της εξουσίας και ο συνδυασμός των πολιτικών αγώνων με το ένοπλο κίνημα δεν απέδωσε τα αναμενόμενα. Δεν απέμενε λοιπόν, παρά μια μαζική ένοπλη αναμέτρηση με τη «μοναρχοφασιστική κυβέρνηση» και τους «ξένους ιμπεριαλιστές», η οποία – κατά την εκτίμησή της – και θα απέβαινε νικηφόρα για το ΚΚΕ.

Στις εργασίες της 3ης Ολομέλειας της Κεντρικής Επιτροπής την 11η και 12η Σεπτεμβρίου του 1947, πέραν των έξι μελών του Πολιτικού Γραφείου – Ζαχαριάδης, Βαφειάδης, Ιωαννίδης, Στρίγγος, Ρούσσος και Ερυθριάδης – μετέχουν και τα ανώτατα στρατιωτικά στελέχη, Παπαγιάννης, επιτελάρχης του «Δημοκρατικού Στρατού» και Κικίτσας, Κανακαρίδης και Λασσάνης αρχηγοί των Διοικήσεων Κεντρικής και Δυτικής Μακεδονίας, Θράκης και Ανατολικής Μακεδονίας αντιστοίχως. Σύμφωνα με τις αποφάσεις της ολομέλειας επιβεβαιώθηκε, ότι υπάρχουν οι στρατιωτικές προϋποθέσεις για την επίτευξη του αντικειμενικού σκοπού.

Το σχέδιο, στο οποίο δόθηκε η κωδική ονομασία «Λίμνες» υπεγράφη από τα παρόντα μέλη και εγκρίθηκε από την ολομέλεια. Η εφαρμογή του σχεδίου, χωρίς να προσδιορίζεται ρητώς, τοποθετείτο στην Άνοιξη του 1948 και προέβλεπε την κατάληψη ολοκλήρου της Μακεδονίας και της Θράκης, αναλόγως δε με τις δυνατότητες και της Ηπείρου και την εγκαθίδρυση Λαϊκής Δημοκρατίας με πρωτεύουσα τη Θεσσαλονίκη. Στο σχέδιο δεν προεβλέπετο αν η Λαϊκή Δημοκρατία της Βορείου Ελλάδος θα ήταν αυτόνομη, ή θα αποτελούσε μία ακόμη Δημοκρατία της Γιουγκοσλαβίας.

Το «Σχέδιο Λίμνες» εβασίζετο στις εξής προϋποθέσεις: Πρώτον, στον εντός εξαμήνου τριπλασιασμό της δυνάμεως του «Δημοκρατικού Στρατού», ήτοι από 20.000 τον Σεπτέμβριο του 1947, σε 60.000 τον Μάρτιο του 1948. Δεύτερον, στη δημιουργία ειδικού εκστρατευτικού σώματος για την κατάληψη της Θεσσαλονίκης. Και τρίτον στη μετατροπή των ασκεριών των καπνεργατών και ναυτεργατών του Ζαχαριάδη και του Μάρκου σε τακτικό στρατό. Όσο για τη διατήρηση των εδαφών της Λαϊκής Δημοκρατίας το σχέδιο προέβλεπε ύπαρξη καταδιωκτικής αεροπορίας, στόλου ταχυπλόων πλοίων και Βαρέως Οπλισμού.

Βέβαια δεν ήσαν λίγοι αυτοί που είχαν το θάρρος να εκφράσουν τις επιφυλάξεις τους για το σχέδιο, λόγω της χαώδους αναντιστοιχίας μεταξύ των απαιτουμένων και των υπαρχόντων μέσων. Ουδείς όμως τόλμησε να φέρει αντιρρήσεις, όταν σε πανηγυρική ατμόσφαιρα ο Ζαχαριάδης τους διαβεβαίωνε για την εξασφάλιση των απαιτουμένων μέσων.

Στο σημείο αυτό κρίνουμε σκόπιμο να κάνουμε δύο επισημάνσεις. Η πρώτη, ενδεικτική του τρόπου λήψεως των αποφάσεων στο ΚΚΕ, είναι ότι η 3η ολομέλεια ενέκρινε αποφάσεις του Νίκου Ζαχαριάδη, οι οποίες είχαν ληφθεί από τον ίδιο προ εξαμήνου, όπως προκύπτει τόσο από την επιστολή του Ζαχαριάδη προς τον Τίτο στις 22 Απριλίου του 1947, όσο και από τα πρακτικά των συνομιλιών Ζαχαριάδη – Στάλιν τον Μάιο του ιδίου έτους. Και η δεύτερη, ενδεικτική της πολιτικής του Στάλιν, είναι ότι πράγματι ο Ζαχαριάδης είχε τη ρητή διαβεβαίωση του ”πατερούλη” για την παροχή των απαιτουμένων μέσων.

Ούτως όμως εχόντων των πραγμάτων γεννάται το ερώτημα. Ποιος ήταν ο απώτερος στόχος του Στάλιν, με τη ευλογία του οποίου προεκλήθη και η μάχη των Αθηνών τον Δεκέμβριο του 1944 και ο συμμοριτοπόλεμος του 1946-49; Από τα ιστορικά στοιχεία προκύπτει αβιάστως, ότι η μεν μάχη των Αθηνών έγινε με την παρότρυνση του Στάλιν, με στόχο την εμπλοκή των Βρετανικών στρατευμάτων στην Ελλάδα, ώστε ο Ρωσικός στρατός να εισέλθη πρώτος στο Βερολίνο, με ό,τι αυτό συνεπήγετο, ο δε συμμοριτοπόλεμος με τη Μακιαβελλική σκέψη του Στάλιν «ανάβουμε μια φωτιά στην Ελλάδα και ανάλογα με τις συνθήκες ρίχνουμε λάδι ή νερό».

Και το πρόβλημα βέβαια δεν είναι πως σκεπτόταν και τι έκανε ο αιμοσταγής δικτάτορας της Σοβιετικής Ενώσεως, αλλά γιατί η τότε ηγεσία του ΚΚΕ αδυνατούσε να δει κατάματα την ωμή πραγματικότητα και συνέχιζε μια χαμένη υπόθεση; Όσο κι αν τα ετερόκλητα στοιχεία της ηγεσίας του ΚΚΕ ήσαν άσχετα με την τέχνη του πολέμου, όσο κι αν αγνοούσαν τις πραγματικές προθέσεις του Στάλιν, εν τούτοις έπρεπε να είναι σε θέση να απαντήσουν στα εξής απλά ερωτήματα, ήτοι:

Με ποιο τρόπο η δύναμη του «Δημοκρατικού Στρατού» θα τριπλασιαζόταν εντός εξαμήνου, όταν η ελεγχόμενη απ’ αυτόν ύπαιθρος είχε εκκενωθεί από την κυβέρνηση της χώρας;

Με τι μαγικά ραβδάκια τα ασκέρια των ναυτεργατών – καπνεργατών και βιαίως στρατολογημένων γεωργοκτηνοτρόφων θα μετατρέποντο σε τακτικό στρατό, ικανό να αναμετρηθεί με τον εθνικό στρατό της χώρας;

Ποιοι θα στελέχωναν το περίφημο εκστρατευτικό σώμα που θα κατελάμβανε τη Θεσσαλονίκη, όταν προηγούμενες απόπειρες για κατάληψη μικροτέρων πόλεων, όπως η Άμφισσα, το Μέτσοβο, η Φλώρινα, η Νάουσα και η Κόνιτσα είχαν αποτύχει;

Που θα στάθμευαν τα αεροπλάνα διώξεως, ποιοι θα τα εχειρίζοντο και πως θα επιβίωναν υπό την εμβέλεια της εμπειροπόλεμης Ελληνικής Βασιλικής Αεροπορίας τότε;

Αλλά και πέραν των ως άνω ερωτημάτων, τα οποία αποτελούσαν τις προϋποθέσεις του πολυθρύλητου σχεδίου «Λίμνες», υπήρχαν και άλλα απλά ερωτήματα, στα οποία προφανώς δεν έχουν δοθεί απαντήσεις από την ηγεσία του ΚΚΕ, όπως:

Ήταν δυνατή η επιτυχία μιας κοινωνικής επανάστασης, καθοδηγούμενης μάλιστα από κομμουνιστές, σε μία Δυτική Δημοκρατία;

Είχε τη δύναμη ένα λαϊκό κίνημα, όσο ισχυρό κι αν ήταν, να ανατρέψει γεωπολιτικές στρατηγικές, όπως αυτές είχαν σχεδιαστεί από τους νικητές του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου στη Μόσχα τον Οκτώβριο του 1944 και τη Γιάλτα τον Φεβρουάριο του 1945;

Λογικές απαντήσεις σε όλα αυτά τα αμείλικτα ερωτήματα δεν μπορεί βεβαίως να αναμένει κανείς από ανθρώπους, οι οποίοι είχαν χάσει την αίσθηση του πραγματικού και παλινωδούσαν μεταξύ του εφικτού και του ευκταίου. Πως άλλωστε να εκτιμήσει σωστά μια ηγεσία, για την οποία σύμφωνα με την ομολογία του Νίκου Ζαχαριάδη στην 7η Ολομέλεια: «Οι αποφάσεις και οι υποδείξεις του Μπολσεβίκικου Κομμουνιστικού Κόμματος ήταν νόμος»;

Αυτή λοιπόν είναι η αλήθεια. Αυτή είναι η ιστορία. Αυτές είναι οι πραγματικές συνθήκες, κάτω από τις οποίες η εγκάθετη ηγεσία του ΚΚΕ αιματοκύλισε τη χώρα κυνηγώντας την χίμαιρα και υπηρετώντας τυφλά τα κελεύσματα της Σοβιετικής Ενώσεως.

Βέβαια ο γέγονε, γέγονε και δεν επιδέχεται αποκατάσταση. Έτσι ούτε τα 20.000 ελληνόπουλα που θυσιάστηκαν «τοις κείνων ρήμασι πειθόμενα» πρόκειται να αναστηθούν κι ούτε η Ελλάδα μπορούσε να αποφύγει τις πληγές. Εκείνο όμως που θεωρεί ο κάθε Έλληνας επιβεβλημένο είναι μία δημόσια συγνώμη από όλους εκείνους που εκπροσωπούν τον αμαρτωλό αυτό χώρο.

Δυστυχώς, οι παλαιοημερολογίτες του εγκληματικού ΚΚΕ όχι μόνο δεν έχουν μέχρι σήμερα ζητήσει δημόσια συγνώμη, όχι μόνο δεν τιμωρήθηκαν με θάνατο ή ισόβια κάθειρξη για το κακούργημα εσχάτης προδοσίας που διέπραξαν οι πρωταίτιοι της εθνικής τραγωδίας, αλλά το χειρότερο, κατάφεραν να ανατρέψουν την παγκόσμια πρακτική κι αντί να τιμωρηθούν με θάνατο ή ισόβια κάθειρξη επιβραβεύθηκαν με ισόβια σύνταξη με το νόμο 1863 του 1989.

Γιατί λοιπόν να ζητήσουν συγνώμη και γιατί να μην διαμαρτύρονται σήμερα για τις «γιορτές μίσους», «την αναμόχλευση των παθών» και τα άλλα συναφή, τα οποία αποτελούν την μόνιμη επωδό τους των τελευταίων 65 ετών; Γιατί να μη θέλουν να κουκουλώσουν τα κακουργήματά τους, να ξαναγράψουν την ιστορία όπως τους βολεύει και να βρεθούν με λευκό ποινικό μητρώο;

Αντιπαρερχόμενοι τη φαρισαϊκή τους υποκρισία ,με την οποία οι ίδιοι βαφτίζουν τις δικές τους αντίστοιχες γιορτές, «γιορτές μνήμης», τους απαντούμε: Όλοι εμείς που θρηνήσαμε θύματα κατά τη διάρκεια της αποτρόπαιας εγκληματικής ανταρσίας τους έχομε, εμπράκτως, πρώτοι αποδεχθεί τη λήθη και τους έχομε συγχωρήσει. Εκείνο όμως που αρνούμαστε πεισματικά να δεχθούμε είναι η παραχάραξη της ιστορίας. Διότι αυτή περνάει πάνω από τους τάφους των χιλιάδων θυμάτων μας, η ιστορική σκύλευση των οποίων ισοδυναμεί με επαίσχυντη προδοσία.