Όλα όσα δεν ειπώθηκαν ποτέ για τον Μπιθικώτση όλου του ελληνισμού, ζωντανεύουν στις σελίδες του νέου βιβλίου της συγγραφέως Άννας Μπιθικώτση,
που μόλις κυκλοφόρησε από τις Εκδόσεις Όγδοο με τίτλο:
«Και Πατέρας και Μύθος… Γρηγόρης Μπιθικώτσης 1922–2005».
Η συγγραφέας Άννα Μπιθικώτση μας χαρίζει ένα ανεκτίμητο, για την ιστορία της μουσικής μας, βιβλίο. Μια πολύτιμη μαρτυρία, για τον αγαπημένο της πατέρα και κορυφαίο Έλληνα ερμηνευτή Γρηγόρη Μπιθικώτση.
Το βιβλίο της «Και Πατέρας και Μύθος – Γρηγόρης Μπιθικώτσης 1922- 2005» αποτελεί μια συναρπαστική, συγκινητική καταγραφή ανθρώπινων στιγμών του μυθικού ερμηνευτή και συνάμα μαρτυριών για σταθμούς της τεράστιας καριέρας του, στην οποία η ίδια υπήρξε αυτόπτης μάρτυρας.
Στις σελίδες του καθηλωτικού βιβλίου της Άννας Μπιθικώτση παρελαύνουν οι σπουδαιότεροι δημιουργοί του ελληνικού τραγουδιού που εμπιστεύτηκαν το έργο τους στον ανυπέρβλητο ερμηνευτή με την «ξύλινη φωνή», αλλά παρουσιάζεται επίσης με μοναδικό τρόπο και το κοινωνικό πλαίσιο μέσα στο οποίο η πραγματική του ζωή μετουσιώνεται με ένα τρόπο σχεδόν μαγικό σε τέχνη.
Η αγαπημένη κόρη του Sir γράφει τον πρόλογο του βιβλίου της, καταθέτοντας ψυχή και μνήμη:
«Ο πνευματικός μου πατέρας, ο Μίκης Θεοδωράκης, ως εγκώμιο της συμβολής της οικογένειας του Γρηγόρη Μπιθικώτση στη μουσική του, διαβάζοντας το 2007 τις πρώτες χειρόγραφες σελίδες του βιβλίου που με σεβασμό σήμερα ακουμπώ στα χέρια σας, συγκλονισμένος, μου είχε αποστείλει επιστολή με την οποία μού αποκάλυπτε άγνωστες πτυχές της κοινής πορείας του με τον πατέρα μου, τον ανυπέρβλητο ερμηνευτή των τραγουδιών του, αλλά και την αναγνώριση των αγώνων και των θυσιών της μητέρας μου, της Θεοκλείας.
Με την επιστολή του αυτή, που τη φυλάω σαν βυζαντινή εικόνα, επέλεξα να προλογίσω το βιβλίο μου, καθώς θεωρώ ότι είναι ο πιο κατάλληλος τρόπος να τιμήσω την οικογένειά μου. Οι λέξεις του Μίκη Θεοδωράκη, φορτισμένες με σεβασμό και συναίσθημα, φέρνουν στο φως μια αλήθεια που είναι απαραίτητη για να κατανοήσουμε την πλήρη διάστασή της στη ζωής μας.
Αυτή η επιστολή αποτελεί για μένα έναν σημαντικό σταθμό, όχι μόνο στη δημιουργία του βιβλίου μου, αλλά και στην προσωπική μου πορεία στον χώρο των γραμμάτων και των τεχνών».
Πριν ξεκινήσουμε να μιλάμε με την Άννα Μπιθικώτση σας παραθέτουμε αποσπάμε αυτής της επιστολής.
Επιστολή Μίκη Θεοδωράκη προς την Άννα Μπιθικώτση
«Αγαπητή μου Άννα,
»Με μεγάλη συγκίνηση βλέπω ότι με θεωρείς πνευματικό σου πατέρα και μου αφιερώνεις πλάι στον πατέρα σου το όμορφο και τόσο συναρπαστικό σου βιβλίο για τον λατρευτό σου γονιό και πολυαγαπημένο φίλο Γρηγόρη Μπιθικώτση.
»Όταν άρχισα να το διαβάζω, δεν μπορούσα να ξεκολλήσω από πάνω του. Τόσο μεγάλη ήταν η συγκίνηση και συγχρόνως η οδύνη που ξεχείλιζε από τις σελίδες του. Είχα, όπως βλέπεις, την τύχη να σας γνωρίσω από μικρά κοριτσάκια, μαζί με την τόσο αγαπητή μου Θεοκλεία, στο φτωχό σπιτικό σας στο Περιστέρι σε κείνα τα ηρωικά χρόνια, που όμως τα αντέξατε και τα αντιμετωπίσατε, χάρη στον αγώνα και στις θυσίες των γονιών σας και προπαντός της μάνας, που κατάφεραν να σας μεγαλώσουν σαν αληθινές πριγκιποπούλες, όπως το θέλησαν και όπως δεν κουραζόταν να μου το λέει και να μου το ξαναλέει ο Γρηγόρης.
»Σε συγχαίρω για όσα κάνεις για τον πατέρα σου και εύχομαι μεγάλη επιτυχία στην παρουσίαση του βιβλίου σου …
Τελειώνοντας, εγώ θα πω: “Σε ευχαριστώ, Θεοκλεία, που βοήθησες τόσο να γίνουν όλα αυτά τα μαγικά και τα εξαίσια που τελικά εκτίναξαν στους ουρανούς της τέχνης τον Γρηγόρη Μπιθικώτση”.
Σε χαιρετώ, με αγάπη
Μίκης Θεοδωράκης»
Ερ: Αγαπητή Άννα, μιλήστε μας για το βιβλίο σας που φέρει τον συγκινητικό τίτλο « Και Πατέρας και Μύθος».
Απ: Σας ευχαριστώ από καρδιάς που μου δίνετε τη δυνατότητα να παρουσιάσω, μέσω της ιστορικής εφημερίδας Hellenic News of America, στην ελληνική μας Ομογένεια όχι απλώς ένα βιβλίο, αλλά κάτι πολύ πιο βαθύ και πολύτιμο: το χνάρι ενός ανθρώπου που υπήρξε για μένα δύο πράγματα αξεχώριστα – πατέρας και μύθος.
Ο Γρηγόρης Μπιθικώτσης, για τους περισσότερους, ήταν η φωνή του λαού. Για μένα, όμως, ήταν η φωνή μέσα στο σπίτι. Ήταν το χέρι που κρατούσα, το βλέμμα που με σκέπαζε, το «παιδί μου» που άκουγα, πριν ακόμη ακουστεί το πρώτο του τραγούδι σε καρδιές και σπίτια.
Αυτό το βιβλίο δεν γεννήθηκε από συγγραφική πρόθεση, αλλά από εσωτερική ανάγκη· την ανάγκη να συλλέξω τις μνήμες μου και να τους δώσω μορφή, πριν σκορπίσουν σαν φύλλα στον άνεμο. Να τις αγκαλιάσω, όπως αγκαλιάζουμε κάτι ιερό. Όχι επειδή αφορούν μόνο έναν “μεγάλο”, αλλά γιατί αφορούν τον δικό μου μεγάλο – τον δικό μου πατέρα Γρηγόρη, τον Μπιθικώτση ολόκληρου του Ελληνισμού.
Ερ: Τι καταγράφετε στο βιβλίο σας;
Απ: Καταγράφω με σεβασμό, αγάπη και ειλικρίνεια – όχι μόνο όσα έγιναν, αλλά και όσα ένιωσα κοντά του. Στιγμές που έζησα δίπλα του· στιγμές σιωπής, δημιουργίας, μεγαλείου, ανθρωπιάς.
Το βιβλίο μου είναι μια μαρτυρία ζωής· μια διαδρομή που ξεκινά από το χέρι ενός πατέρα και φτάνει μέχρι την καρδιά του Έλληνα.
Μέσα σε αυτό το λεύκωμα μνήμης καταγράφω, με απέραντη αγάπη και τρυφερότητα, τη ζωή και την πορεία μου στους δρόμους της τέχνης, δίπλα στον ακριβό μου πατέρα, τον Γρηγόρη – τον δικό σας Μπιθικώτση.
Μέσα από τις 424 σελίδες του βιβλίου αγγίζω με σεβασμό τις στιγμές μας, έτσι όπως τις βίωσα, άλλοτε μέσα από τα παιδικά μου μάτια και άλλοτε μέσα από τα μάτια της εφηβείας αλλά και της ωριμότητας.
Θυμάμαι το χρονολόγιο του φωτεινού έργου του, τις συνθήκες κάτω από τις οποίες γράφτηκαν και πρωτοπαρουσιάστηκαν οι συνθέσεις του, καθώς και οι συνθέσεις των μεγάλων ποιητών και συνθετών μας, που τις ταξίδεψε με τη φωνή του στην αθανασία, διανθίζοντάς τις με ανέκδοτο φωτογραφικό υλικό από το προσωπικό μου αρχείο, καταχωρήσεις στον τύπο από το 1963 έως και το 2005 και ιστορικά ντοκουμέντα, που σκιαγραφούν την ελληνική κοινωνία, χρήσιμα για τον αναγνώστη αλλά και στον ερευνητή.
Μέσα από την άγρυπνη καρδιά της μάνας μου, Θεοκλείας, της πρώτης συντρόφου της ζωής του, των αδελφών του και των φίλων του, καθώς και των ανυπέρβλητων συνθετών, ποιητών και κλασικών ερμηνευτών μας, καταθέτω χωρίς φειδώ από το άλφα έως το ωμέγα τη ζωή τους δίπλα του, όπου μέσα από τις μνήμες τους έρχονται στο φως τα άγνωστα για μας ενθυμήματα, αισθήματα και στοχασμοί τους.
Ξαναβρίσκω τα λόγια που μου έλεγε! Τις αναμνήσεις μου, τις παραστάσεις της ψυχής του πίσω από τα φώτα, αυτές που δεν είδε και δεν χειροκρότησε κανείς. Παραστάσεις ψυχής που φτερούγισαν στους ουρανούς της ζωής που συμπορευτήκαμε, μιας ζωής που είδα:
να τριγυρνά με τον άνεμο…
να ταξιδεύει μαζί του στα σύννεφα…
στις σκοτεινές και φωτεινές μεριές των λόφων,
σε φαράγγια που κρύβονται οι στεναγμοί,
σε ήλιους και σκιές,
στο δυνατό και στο αδύνατο,
στο ουράνιο και στο γήινο,
στα αντίθετα και αντίπαλα
στην ένωση των αντιθέσεων σε μια απόλυτη αρμονία…
την αρμονία που κρατά γονείς και παιδιά αχώριστους, ενωμένους με θεϊκή απόφαση μπρος στον ορίζοντα της αιώνιας αγάπης, μπρος στον ορίζοντα της αιωνιότητας.
Με μια βαθιά βουτιά στην ιστορία της οικογένειάς μου , ανασύρω την ίδια τη ζωή μας από το βυθό του παρελθόντος , γυρνώντας τον χρόνο πίσω και μετρώντας , κύμα το κύμα, τα ταξίδια του από το πρώτο έως το τελευταίο .
Ερ.: Πού αφιερώνετε το βιβλίο σας;
Απ.:
Είναι αφιερωμένο στους λατρεμένους μου γονείς, Γρηγόρη και Θεοκλεία, και στον πνευματικό μου πατέρα, Μίκη Θεοδωράκη, που έκανε τη μοίρα μας ξεχωριστή.
Ερ.: Γράφοντας, ισορροπήσατε ανάμεσα στην αλήθεια και το συναίσθημα;
Απ.:
Ήταν μια διαδρομή καρδιάς. Ήθελα να κρατήσω ζωντανή την εικόνα του ανθρώπου που με μεγάλωσε και καθόρισε τη ζωή μου, αλλά και του καλλιτέχνη που άφησε το αποτύπωμά του στην τέχνη και στον πολιτισμό μας.
Δεν ήταν εύκολο να ισορροπήσω ανάμεσα στην αλήθεια και στο συναίσθημα, ανάμεσα στο γεγονός και στον μύθο.
Όμως ήθελα κάθε στιγμή, κάθε δυσκολία, κάθε χαρά, να φτάσει στην καρδιά των ανθρώπων, όπως ακριβώς την έζησα και την ένιωσα δίπλα του.
Ερ.: Τι νιώσατε γράφοντας για τον «Πατέρα και Μύθο»;
Απ:. Ένοιωσα τη θαλπωρή και την ασφάλεια ενός πατέρα και ταυτόχρονα τον θαυμασμό για τον καλλιτέχνη που άφησε ανεξίτηλο το αποτύπωμα του στη ζωή και την τέχνη. Είναι μια εμπειρία γεμάτη αγάπη, διδάγματα και αλησμόνητες αναμνήσεις.
Ερ: Ποιες αναμνήσεις μαζί του σας μείνανε χαραγμένες στη μνήμη;
Απ. Αμέτρητες., θα σταθώ σε δυο. Η πρώτη είναι στο πηγάδι των ευχών μου με τον πατέρα:
«Γεννηθήκαμε με μεγαλώσαμε με την αδελφή μου την Τασία στο Περιστέρι. Το δωμάτιό μας είχε υγρασία, γι’ αυτό και το κρεβάτι μας δεν ακουμπούσε στον ροζ τοίχο με τα μαύρα χελιδονάκια. Οι γονείς μας μάς έλεγαν: «Δεν πρέπει να ακουμπάει το κρεβάτι σας στο ντουβάρι, γιατί θα πληγωθούν τα χελιδονάκια των ονείρων σας». Κι εμείς, που δεν ξέραμε τι θα πει υγρασία, τους πιστεύαμε. Τα χελιδονάκια τα είχε ζωγραφίσει η μαμά πάνω στον ροζ τοίχο που είχε βάψει ο μπαμπάς.
Στην αποθηκούλα της αυλής μας, η μάνα γάζωνε μπουφάν κρυφά από τον άντρα της, για να προσφέρει και εκείνη στον επιούσιο. Ο πατέρας μας ήταν περήφανος, γι’ αυτό και δεν ήθελε να δουλεύει η γυναίκα του. Ήταν όμως περήφανη και η μαμά, γι’ αυτό ποτέ δεν του είπε: «Γρηγόρη μου, πεινάω» και ούτε ποτέ την είδε που έγλειφε με τα δάχτυλά της το πιάτο που μας είχε ταΐσει για να χορτάσει.
Αχ το σπιτάκι μας είχε και αυτό ψυχή! Είχε και μια ασπρισμένη αυλή με ένα πηγάδι και μια λευκή μουριά. Είχε το πηγάδι των ονείρων μου.
Όταν ο ουρανός φορούσε τα καλά του. λίγο πριν δύσει ο αυτοκράτορας ήλιος, ο πατέρας με έπαιρνε αγκαλιά, καθόμασταν στο περβάζι του πηγαδιού και μου έδινε πετρούλες λέγοντάς μου: «Κάθε πέτρα να ’ναι και ένα σου όνειρο, μία σου ευχή. Πέτα μια μια τις πετρούλες και γέμισε το πηγάδι με τα όνειρά σου. Κι όταν εγώ γίνω μεγάλος τραγουδιστής και σου τα εκπληρώσω, τότε θα ’ρθουμε μαζί εδώ, θα γυρίσουμε το μαγκάνι, θα ρίξουμε τον κουβά και θα ανεβάσουμε όλες τις πετρούλες, για να μη ξεχάσουμε ποτέ τις ρίζες μας, τα δύσκολά μας, για να παραμείνουμε άνθρωποι».
Τότε που όλα τα πράγματα στένευαν στη ζωή μας, ο πατέρας πίστευε ότι μια μέρα όλη η Ελλάδα θα τον γνωρίζει. Άλλοι τον έλεγαν τρελό, άλλοι ονειροπόλο, εγώ τον έλεγα «θεό στα μέτρα μου» κι έριχνα στο πηγάδι μας τα όνειρά μου κι έκανα ευχές. Η πρώτη μου ευχή ήταν κάποτε να φάω μια ολόκληρη μπανάνα, μιας και ο πατέρας, κάθε που ερχόταν από τη δουλειά, μας ξυπνούσε εμένα και την Τασία και μας έδινε από μισή. Την είχε πάντα κρυμμένη κάτω από το σακάκι του. Η δεύτερη ήταν να μην κάθομαι σε ξύλινες καρέκλες με τριμμένη ψάθα, αλλά σε καναπέδες που θα κάνουν πουφ, όπως εκείνος μου έλεγε. Και η τρίτη μου ευχή ήταν να μη γλείφει η μαμά τα δάχτυλά της για να χορτάσει.
Έκανα και άλλες ευχές· εκτός από μία…
Τα χρόνια πέρασαν και ο Θεός μάς τα έδωσε όλα. Ναι, μου τα έδωσε όλα, εκτός από ένα: μου στέρησε τον «θεό στα μέτρα μου». Ίσως … Ίσως γιατί ποτέ δεν σκέφτηκα να ρίξω στο πηγάδι των ονείρων μου την πιο μεγάλη πετρούλα, κάνοντας τη μεγαλύτερη ευχή: «Ποτέ να μη χωρίσουν οι γονείς μου. Να ’μαστε πάντα όλοι μαζί, μια οικογένεια, μια εκκλησιά ορθή».
Η δεύτερη ανάμνησή μου που ποτέ δεν θα ξεχάσω «το πηγάδι των ευχών» μας, όπου κάθε πετρούλα που μου έδινε να ρίχνω ήταν και μια ευχή μου. Μία από αυτές ήταν να φάω μια ολόκληρη μπανάνα. Στα δύσκολα χρόνια μας, ο πατέρας, όταν σχόλαγε από το μαγαζί όπου τραγουδούσε για 30 δραχμές νυχτοκάματο κι ερχόταν με τα πόδια από το Αιγάλεω στο Περιστέρι, έφερνε μαζί του μια μπανάνα που μοιραζόμασταν με την αδελφή μου. Το όνειρό μου έγινε πραγματικότητα όταν, πια μεγάλος και τρανός, μας οδήγησε στο καινούριο μας σπίτι και μέσα σε μια μεγάλη ντουλάπα, βρήκαμε καφάσια γεμάτα μπανάνες.
Ερ. Ποιος ήταν ο ρόλος της μητέρας σας δίπλα στο σύζυγο Γρηγόρη και την οικογένειά σας;
Απ. Ήταν καθοριστικός. Ήταν η άγκυρα που κράταγε την οικογένεια ενωμένη, η σιωπηλή δύναμη που μας στήριζε όλους. Για μένα ήταν ηρωίδα, πρότυπο, μάνα-υπόδειγμα. Στάθηκε δίπλα στον πατέρα μου από τα πρώτα δύσκολα χρόνια, όταν ακόμα πάλευε για την επιβίωση, μια γυναίκα, μάνα των δύο κοριτσιών του και σύζυγος που τον στήριξε με αγάπη και δύναμη ως την καταξίωσή του.
Ποιες συμβουλές σάς έδινε;
Απ.:
Οι συμβουλές του ήταν δώρα ζωής για μένα. Τις έχω καταγεγραμμένες στο βιβλίο μου, σαν ιερά ψίχουλα σοφίας που άφηνε στο μονοπάτι μου.
Μου έλεγε συχνά, με το βλέμμα του γεμάτο ουρανό:
«Όταν τα ’χεις όλα , τότε πρέπει να φοβάσαι».
«Να λες πάντα: δόξα τω Θεώ».
«Οι καλοί χάνονται μέσα στο πλήθος, ψάξε να τους βρεις».
«Μη λογαριάζεις μόνο το κορμί αλλά και την ψυχή σου».
«Η ζωή είναι ένας ατέλειωτος πόλεμος, αγωνίσου σαν τους Σπαρτιάτες και νίκησέ τη».
«Μη βιάζεσαι, μάθε να περιμένεις, όλα έρχονται στην ώρα τους».
«Πίστευε στην καινούργια μέρα που ξημερώνει».
«Μάθε να φτιάχνεις όνειρα».
«Πρόσεξε ποιους θα εμπιστευτείς».
«Κράτα ξύπνια τη συνείδησή σου».
«Βοήθα κι εσύ τις φωτιές του κόσμου να σβήσουν».
Λόγια που δεν ήταν απλώς συμβουλές, αλλά πυξίδα ζωής.
Ερ. Αν μπορούσατε να του μιλήσετε σήμερα, τι θα του λέγατε;
Απ. Θα του έλεγα πόσο τον αγαπώ και πόσο περήφανη νοιώθω που είμαι κόρη του. Ότι σε κάθε δύσκολη στιγμή αισθάνομαι να μου κρατάει το χέρι, την άχνα της ανάσας του πάνω στο μάγουλό μου. Θα του εξηγούσα το λόγο που έβαλα στο εξώφυλλο του βιβλίου μας τη φωτογραφία του, πάνω στην οποία μου είχε γράψει: «Μην μου φοβάσαι όσο υπάρχω», και θα του ψιθύριζα στο αυτί: «Δεν φοβάμαι, πατέρα μου, γιατί υπάρχεις όσο θα ανασαίνω».
Ερ. Τι σας εμπνέει να συνεχίζετε να γράφετε, να μοιράζεστε ιστορίες και μουσικές για εκείνον (και όχι μόνο) με το κοινό;
Απ. Με εμπνέει η ανάγκη να κρατήσω ζωντανή τη μνήμη του πατέρα μου και όλων όσων άφησαν αποτύπωμα στη ζωή μας. Η αγάπη για τη ζωή, την τέχνη και τους ανθρώπους με οδηγεί να μοιράζομαι ιστορίες και μουσικές που αγγίζουν καρδιές.
Ερ. Μετά το βιβλίο, τι ακολουθεί;
Απ. Ο επίλογος του εν λόγω βιβλίου μου συνοψίζεται στις λέξεις: «ραντεβού στο επόμενο βιβλίο», το οποίο θα αφήσει πολλά ερωτήματα, γιατί δεν αποτελεί συνέχεια αυτού του βιβλίου, αλλά ένα άλμα… Παράλληλα, θα πραγματοποιηθούν παρουσιάσεις του σε όλη την Ελλάδα και στην ελληνική ομογένεια, καθώς και μουσικές παραστάσεις – αφιερώματα στους μεγάλους μας συνθέτες και ποιητές που ερμήνευσε ο πατέρας μου, με σενάριο βασισμένο στις σελίδες του πνευματικού μου έργου: «Και Πατέρας και Μύθος».
Ερ.: Θα θέλατε κάποιους να ευχαριστήσετε;
Απ.:
Απλά, βαθιά κι ανθρώπινα, ευχαριστώ τις Εκδόσεις Όγδοο και τον εκδότη κύριο Νίκο Αναγνωστάκη — τον άνθρωπο «Πολιτισμό» — που, μαζί με τους εξαιρετικούς συνεργάτες του ,με σεβασμό στον Μύθο Μπιθικώτση και πίστη στη γραφή μου, προχώρησαν στην έκδοση του βιβλίου.
Θα ήθελα, επίσης, να εκφράσω την ευγνωμοσύνη μου στον πνευματικό μου πατέρα, Μίκη Θεοδωράκη, που πρόλαβε να διαβάσει τις χειρόγραφες σελίδες μου και, με την επιστολή που μου παρέδωσε και προλογίζει το βιβλίο, ρίχνει φως στα «σκοτάδια της αλήθειας».
Ένα μεγάλο ευχαριστώ στον εμβληματικό ποιητή Γιώργο Μαρκόπουλο και στον σπουδαίο συνθέτη Χρήστο Νικολόπουλο για την τιμή να προλογίσουν το έργο μου, καθώς και στον ζωγράφο Κώστα Σπυριούνη για την ιδέα και τη δημιουργία του εξωφύλλου.
Ολόψυχα ευχαριστώ για τα τιμητικά τους λόγια στην πρώτη επίσημη παρουσίαση του βιβλίου, που πραγματοποιήθηκε με μεγάλη επιτυχία στις 11 Σεπτεμβρίου, στο πλαίσιο της Έκθεσης Βιβλίου στο Πεδίον του Άρεως:
- την αγαπημένη Μαρία Τζομπανάκη – ηθοποιό, Πρέσβειρα Πολιτισμού της Κρήτης και Διευθύντρια του Ελληνικού Φεστιβάλ Νέας Υόρκης,
- τον Σωτήρη Χατζάκη – ηθοποιό, σκηνοθέτη, πρώην Καλλιτεχνικό Διευθυντή του Εθνικού Θεάτρου και του ΚΘΒΕ,
- τον εξαιρετικό δημοσιογράφο Παύλο Τσίμα,
- και τον Νίκο Θρασυβούλου για τον ρόλο του συντονιστή, αλλά και τον άνθρωπο Νίκο — εκείνον που με πήρε από το χέρι και με οδήγησε στις Εκδόσεις Όγδοο.
Ιδιαίτερη συγκίνηση και τιμή μου προκάλεσε η επιστολή της ιέρειας του ελληνικού τραγουδιού, Μαρίας Φαραντούρη, την οποία απέστειλε αφού διάβασε το βιβλίο μου. Με χαρά τη μοιράζομαι μαζί σας.
Επιστολή Μαρίας Φαραντούρη
Χαίρομαι που η αγαπημένη κόρη του Γρηγόρη και σπουδαία συγγραφέας, Άννα Μπιθικώτση, καταθέτει με σεβασμό και αγάπη στο βιβλίο της με τον τίτλο «Και πατέρας και μύθος» τις βιωματικές και ιστορικές της μνήμες· στιγμές που έζησε δίπλα του, στιγμές σιωπής, δημιουργίας, μεγαλείου και ανθρωπιάς, οι οποίες ανήκουν πλέον στη συλλογική μνήμη και τις έζησε με την τρυφερή ευθραυστότητα του παιδιού.
Οι σελίδες του βιβλίου δεν φιλοδοξούν απλώς να αναδείξουν τον μύθο Μπιθικώτση, με τον οποίο είχα τη χαρά να συνεργαστώ, αλλά και να καταγράψουν τη δική της συγγραφική οπτική· να παρουσιάσουν τον άνθρωπο πίσω από τον καλλιτέχνη, όπως τον έζησε και προσπάθησε να τον αποτυπώσει με την πένα της, βουτηγμένη στην κεντρική αρτηρία της καρδιάς της, όπου κυλάει το αίμα του και της μητέρας της, της αφανούς ηρωίδας Θεοκλείας.
Οι μνήμες και οι στιγμές που διασώζονται σε αυτό το βιβλίο δεν αποτελούν μόνο προσωπικά βιώματα της Άννας, αλλά και πολύτιμες ψηφίδες της συλλογικής μας ιστορίας.
Άννα μου, άξια κόρη του Γρηγόρη της Ελλάδας, σε συγχαίρω για όσα κάνεις για τον πατέρα σου και σου εύχομαι καλοτάξιδο να είναι το βιβλίο που προσφέρεις, όχι μόνο στον αναγνώστη, αλλά και στον ερευνητή.
Μαρία Φαραντούρη
Τέλος, ένα τεράστιο και από καρδιάς ευχαριστώ στον Λευτέρη Παπαδόπουλο -αυτόν τον σπουδαίο ογκόλιθο της ποίησης- που κράτησε στα χέρια του και ξεφύλλισε με ευλάβεια το βιβλίο μου, «Και πατέρας και μύθος», όπου αφηγούμαι τη ζωή και το έργο του μύθου και πατέρα μου, του Γρηγόρη της «Άπονης Ζωής». Μια στιγμή γεμάτη συγκίνηση, τιμή και σεβασμό, που μόνο ο Θεός γνωρίζει το μέγεθος της.
Ερ.: Ολοκληρώνοντας το βιβλίο σας, τι αισθανθήκατε;
Απ.:
Αισθάνθηκα ότι τον είχα δίπλα μου – κορμί ζεστό. Τη θερμοκρασία του χεριού του στο δικό μου χέρι, την ανάσα του πάνω στο μάγουλό μου, τα χείλη του να μου τραγουδούν το πιο όμορφο τραγούδι του… που έλεγε: «Σε ευχαριστώ, παιδί μου».
Τώρα, ο πατέρας μου – και Μύθος – έχει ένα ακόμη σπίτι στη γη: το χάρτινο σπιτάκι μας. Ένα σπίτι που έχει κι αυτό ψυχή. Όταν διαβάσετε το βιβλίο, σε κάποιες σελίδες, ίσως νιώσετε κι εσείς εκείνη τη φωνή. Όχι να τραγουδά… Αλλά να σας κοιτά στα μάτια.
Σας τον παραδίδω – και ως Πατέρα και ως Μύθο.
Ευχαριστούμε την καταξιωμένη συγγραφέα Άννα Μπιθικώτση, αρθρογράφο της στήλης μας με τίτλο: «Ταξιδεύοντας μέσα από τα μάτια της Άννας Μπιθικώτση», και σας παραθέτουμε δύο αποσπάσματα που επιλέξαμε ανάμεσα στα “διαμάντια” που κατέγραψε στο συναρπαστικό – και ταυτόχρονα πολύτιμο για την ιστορία του ελληνικού τραγουδιού – βιβλίο της: «Και Πατέρας και Μύθος… Γρηγόρης Μπιθικώτσης 1922–2005».
ΑΠΟΣΠΑΣΜΑ: ΣΥΝΑΝΤΗΣΗ ΜΕ ΜΙΚΗ ΘΕΟΔΩΡΑΚΗ ΣΤΟ ΣΠΙΤΙ ΜΑΣ ΣΤΟ ΠΕΡΙΣΤΕΡΙ
Με τη σειρά της, η μάνα τού ζήτησε: «Γρηγόρη, πες στην Άννα τι έγινε τότε που ετοίμαζες τα χαρτιά σου για να φύγουμε στον Καναδά». «Ήταν που λες, παιδί μου, φθινόπωρο του 1959, εννιά μήνες πριν πω τα τραγούδια του Μάρκου και των άλλων μεγάλων· είχα πάρει προκαταβολή από ένα μεγάλο μαγαζί στον Καναδά. Κάποια στιγμή έρχεται η γειτόνισσα, η κυρία Ευτέρπη, και μου λέει: “Έλα στο τηλέφωνο κυρ-Γρηγόρη. Σε θέλει κάποιος κύριος Λαμπρόπουλος”. Αναρωτήθηκα τι να με κάνουμε εμένα τώρα. Εγώ, είπα, θα φύγω. Και δεν πήγα στο τηλέφωνο. Τελικά, ήρθαν στο Περιστέρι ο Λαμπρόπουλος, ο Θεοδωράκης και ο ποιητής Μιχάλης Κατσαρός.
»Όταν είδα τον Μίκη, κάτι μου θύμισε η φάτσα του. “Κάπου σε ξέρω εσένα. Γνωριζόμαστε;”. Και θυμηθήκαμε εκείνο το μεσημέρι όσα μας ξαναγύρισαν πίσω στη Μακρόνησο. Εκείνη τη μέρα πήγαινα από τη Μακρόνησο στην Αθήνα για να αγοράσω χορδές. Μαζί μου, μέσα στο καμιόνι, ήταν ο Μίκης που τον μετέφεραν στο νοσοκομείο στην Αθήνα, γιατί είχε χτυπήσει το πόδι. Το καμιόνι σταμάτησε σε μια βρύση στο Μαρκόπουλο όπου εγώ και άλλοι φαντάροι ήπιαμε νερό. Του έδωσα κι αυτού από τα χέρια μου να πιει.
»Ο Μίκης είχε έρθει στην Ελλάδα για να ολοκληρώσει τον Επιτάφιο. Πήγε λοιπόν στην Columbia, άκουγε φωνές μέχρι να καταλήξει σε αυτή που θα τον συγκινούσε. Μόλις με άκουσε, η μαγιά πιάστηκε, το ψωμί ζυμώθηκε.
ΑΠΟΣΠΑΣΜΑ : ΤΑ ΤΡΑΓΟΥΔΙΑ ΤΟΥ ΕΠΙΤΑΦΙΟΥ
»Με τον Επιτάφιο έσκασε η μπόμπα, αποθεωθήκαμε. Ο Επιτάφιος ήταν το πρώτο έργο του Μίκη όπου έβαλα τη φωνή μου. Τα τραγούδια του τα πρωτοτραγούδησα ζωντανά στο κέντρο ο Ζήρος, βλέποντας έκπληκτος τους πελάτες να αυξάνονται κάθε βράδυ από ανθρώπους που δεν τους είχε ξαναδεί στο μαγαζί, κατάλαβα, έτσι, ότι κάτι διαφορετικό συμβαίνει. Μπήκε άλλος κόσμος, ερχόταν για να ακούσει μόνο αυτά. Τραγουδούσα τον ποιητή, τι κόσμο να ’χω; Ανθρώπους με διανόηση, ανθρώπους που ξέρανε τι θα πει ποιητής.
»Σε μία από τις συναντήσεις μας ο Μίκης μου είχε πει ενθουσιασμένος: “Η φωνή σου, Γρηγόρη, νομίζω ότι πάει να γίνει η συνισταμένη αυτής της φωνής του Έλληνα, ας το πω έτσι, του λεβέντη, του ξωμάχου, του φαντάρου, του φοιτητή, του εργάτη. Του καθενός μας. Είσαι η φωνή που έκανε τον καημό ψαλμό. Δεν έχει μπιχλιμπίδια, έχει ένα βυζαντινό, αδρό χαρακτήρα, που εμπεριέχει το ριζίτικο αλλά και το ρουμελιώτικο τραγούδι, που ξεχωρίζει από τις άλλες φωνές”.
»Από κει λοιπόν που καθόμουν στην καρέκλα και τραγούδαγα στο πάλκο και όλο και κάποιος θα σηκωνόταν να χορέψει, όλο και θα γινόταν μια φασαρία, αρχίζω να διώχνω την πολλή παραγγελία, να καταργώ αυτό το μολύβι, που γράφανε εκατόν πενήντα τραγούδια στη σειρά και μετά γινότανε η παρεξήγηση γιατί δεν είχε υπομονή κάποιος να χορέψει μετά από εκατόν πενήντα τραγούδια, και είπα: “Έτσι είσαστε; Καλά κάνει ο Χιώτης και είναι όρθιος, όρθιος και εγώ!”. Κατάργησα λοιπόν την καρέκλα και τις παραγγελίες και τραγουδούσα όρθιος».
Το βιβλίο «Και Πατέρας και Μύθος – Γρηγόρης Μπιθικώτσης 1922- 2005» κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Όγδοο και μπορείτε να το προμηθευτείτε από όλα τα βιβλιοπωλεία καθώς και από το www.ogdooshop.gr






















Please wait...