Συνέντευξη στο Φώτη Καλιαμπάκο – Special to the Hellenic News of America. Απόδοση από τα αγγλικά Δημήτρης Γ. Κιουσόπουλος.
Πώς αποφασίσατε να ακολουθήσετε μουσική σταδιοδρομία, ή καλύτερα, μια ζωή στη μουσική;
Γεννήθηκα και μεγάλωσα στην Κέρκυρα, μια ιστορική πόλη που χτίστηκε από τους Ενετούς τον 14ο αιώνα. Έχουμε δύο μεγαλοπρεπή φρούρια που χτίστηκαν από τους Ενετούς, αλλά και ένα παλάτι που χτίστηκε από τους Βρετανούς, σπουδαία αρχιτεκτονικά μνημεία από τους Γάλλους, καθώς και το παλάτι της Πριγκίπισσας Σίσσυ της Αυστρίας. Όλοι τους κατέλαβαν το νησί στο πέρασμα των αιώνων και άφησαν το ιδιαίτερό τους αποτύπωμα. Η Κέρκυρα, ένα σταυροδρόμι πολιτισμών, άφησε και μέσα μου το αποτύπωμά της, με την αύρα, τον χαρακτήρα και τη σπάνια ομορφιά του τοπίου της.
Εκτός από τα προαναφερθέντα, η Κέρκυρα έχει επίσης μια πολύ πλούσια μουσική παράδοση, που έφεραν στο νησί οι Βρετανοί γύρω στις αρχές του 19ου αιώνα. Κάθε φορά που γυρνάω πίσω στον χρόνο, προσπαθώντας να βρω την πρώτη ανάμνηση από τη ζωή μου, καταλήγω να βρίσκομαι στην αγκαλιά του πατέρα μου, πιθανότατα γύρω στην ηλικία των 3 ετών, παρατηρώντας μια φιλαρμονική να παρελαύνει μπροστά μας, σε μια από τις στρατιωτικές παρελάσεις του νησιού. Ο ήχος της μπάντας με εντυπωσιάζει απόλυτα. Ακόμα θυμάμαι την επίδραση που είχε στο μικρό, τότε, σώμα μου. Πάγωσα. Η πρώτη μου αντίδραση ήταν να ζητήσω από τον πατέρα μου να ακολουθήσουμε την μπάντα, για να μπορέσουμε να τους ακούσουμε ακόμα να παίζουν.
Γιατί κλαρινέτο;
Μετά από μερικά χρόνια, όταν ήμουν 7 ετών, ζήτησα από τους γονείς μου να μπω στη φιλαρμονική. Διάλεξα το κλαρινέτο, αφού αυτό ήταν το όργανο που βρισκόταν πάντα στην πρώτη σειρά στις παρελάσεις και τις λιτανείες.
Γιατί διεύθυνση ορχήστρας; Πού σπουδάσατε;
Θα θυμάμαι πάντα τη νύχτα που ανακάλυψα τη μουσική του Γκούσταβ Μάλερ. Ήμουν 17 ετών, φοιτητής εκείνη την εποχή στην Αθήνα. Ένας φίλος με ρώτησε αν θα παρακολουθούσα τη συναυλία της Κρατικής Ορχήστρας Αθηνών εκείνο το βράδυ. Μου είπε ότι θα έπαιζαν μια “Συμφωνία του Μάλερ”. Δεν είχα ιδέα ποιος ήταν ο Μάλερ. Είπε “έλα, θα σου βρω μία πρόσκληση”, οπότε σκέφτηκα “γιατί όχι;”.
Δεν μπορώ πραγματικά να περιγράψω με λόγια αυτό που συνέβη μέσα μου εκείνο το βράδυ. Το μόνο που μπορώ να πω είναι ότι ένας εντελώς νέος κόσμος δημιουργήθηκε για μένα, σαν να άνοιξε μια πόρτα κάπου που δεν είχα ιδέα ότι υπήρχε πριν.
Όταν τελείωσε η συναυλία, δεν πήγα με τους φίλους μου για ένα ποτό. Τους είπα ότι έπρεπε να πάω σπίτι. Περπατούσα για περίπου μια ώρα για να φτάσω στο διαμέρισμά μου, ενώ σκεφτόμουν συνεχώς αυτό που είχε μόλις συμβεί εκείνη τη νύχτα. Θέματα της συμφωνίας αντηχούσαν συνεχώς μέσα στο κεφάλι μου, αυτός ο τεράστιος ήχος της ορχήστρας μού είχε αφήσει έντονη εντύπωση.
Το επόμενο πρωί ξύπνησα πολύ νωρίς και πήγα να αγοράσω το CD και την πλήρη παρτιτούρα της συμφωνίας. Ήταν η 5η του Μάλερ. Άκουσα αυτό το CD, ενώ για πρώτη φορά διάβασα την πλήρη παρτιτούρα ενός μαέστρου. Είπα στον εαυτό μου “Αυτό είναι που θέλω να κάνω: Θέλω να περάσω τη ζωή μου ασχολούμενος με αυτή τη μουσική, θα πρέπει να γίνω διευθυντής ορχήστρας!” Ένα νέο κεφάλαιο στη ζωή μου είχε μόλις αρχίσει.
Είστε μόλις 34 ετών, αλλά θα μπορούσε κανείς να πει ότι έχετε ήδη δύο σταδιοδρομίες ή δρόμους στη μουσική. Μπορείτε να μας μιλήσετε για το κλαρινέτο και για τα χρόνια σας στη Βιέννη;
Το 2008 στη Βιέννη κέρδισα το Grand Prix d’ Eurovision από την Ευρωπαϊκή Ραδιοτηλεοπτική Ένωση, καθώς και τον τίτλο “Ευρωπαίος Νέος Μουσικός της Χρονιάς”. Η ζωή μου τότε άλλαξε. Η Βιέννη είναι ένας πολύ σημαντικός τόπος για τη μουσική μου ζωή. Ενώ σπούδαζα, παρακολουθούσα τις πρόβες της Φιλαρμονικής της Βιέννης στο Musikverein. Είχα την ευκαιρία να παρακολουθήσω πρόβες μεγάλων μαέστρων, όπως ο Mehta, ο Rattle, ο Thielemann, ο Jansons, πάντα με την παρτιτούρα μου να κρατάω σημειώσεις για το πώς έκαναν τις πρόβες τους και πώς έχτιζαν γέφυρες με τους μουσικούς.
Ποια είναι η δική σας δημιουργική διαδικασία; Πώς προσεγγίζετε ένα νέο για εσάς έργο και πώς ένα νέο (σύγχρονο) έργο;
Όταν ανοίγω για πρώτη φορά μια νέα παρτιτούρα, μου φαίνεται σαν χάος. Δεν καταλαβαίνω τίποτα. Με τον χρόνο, την υπομονή και την αφοσίωση, αρχίζω να αναγνωρίζω ορισμένα μοτίβα, συνδέομαι με θέματα και μοτίβα και σιγά σιγά διαισθάνομαι τη βαθύτερη υφή της. Έτσι αρχίζει μια σχέση με κάθε έργο και τότε, τα κομμάτια ενός άγνωστου παζλ μοιάζουν να συνδέονται με κάποιον τρόπο. Ωστόσο, εξακολουθείς να μην ξέρεις ποια είναι η πλήρης εικόνα αυτού του παζλ. Τα πράγματα είναι λίγο πολύ τα ίδια όταν μελετάς ένα σύγχρονο έργο. Απλώς χρειάζεται περισσότερος χρόνος για να κάνεις ένα άγνωστο κομμάτι να ακουστεί στο μυαλό σου.
Υπάρχει περιθώριο για καινοτομία όταν παίζετε ένα έργο όπως μια συμφωνία του Μπετόβεν, κάτι που έχουν προσεγγίσει τόσοι πολλοί ερμηνευτές στο παρελθόν;
Ο Γκούσταβ Μάλερ (και πάλι!) είπε ότι “η παρτιτούρα σας λέει τα πάντα, εκτός από τα πιο ουσιώδη”. Αλλά το ουσιώδες είναι αυτό που δίνει πνοή και ζωή στη μουσική. Αυτό είναι μόνο δικό σας – κανείς δεν μπορεί να σας πει τι είναι και αυτή είναι η μεγάλη ομορφιά της τέχνης, ότι ο καθένας βλέπει τις ίδιες νότες μέσα από μια διαφορετική οπτική γωνία. Οι ίδιες νότες σημαίνουν κάτι διαφορετικό γι’ αυτούς και για εσάς και αυτό το βρίσκω απολύτως συναρπαστικό! Μέσα από αυτή την προοπτική προσεγγίζω τις παρτιτούρες μου και βρίσκω όλη αυτή τη διαδικασία εξερεύνησης της μουσικής ένα απίστευτο ταξίδι ζωής.
Ποιο είναι το νόημα του να παίζεις τα μεγάλα έργα του παρελθόντος για έναν καλλιτέχνη; Για το κοινό;
Θα έλεγα και για τους δύο, αναγνωρίζοντας, βιώνοντας την αιώνια αλήθεια τους. Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο τα αριστουργήματα μιας άλλης εποχής ζουν μέχρι σήμερα και τόσο οι καλλιτέχνες όσο και το κοινό θέλουν να βιώσουν την τεράστια δύναμή τους.
Ποιες είναι οι τελευταίες σας εμφανίσεις/ηχογραφήσεις και ποια είναι τα μελλοντικά σας σχέδια;
Η τελευταία μου εμφάνιση ήταν το ντεμπούτο μου ως μαέστρος στις ΗΠΑ με τη Συμφωνική Ορχήστρα του Χιούστον. Την επόμενη σεζόν επιστρέφω στη Φιλαρμονική Ορχήστρα του Λονδίνου, μεταξύ κάποιων άλλων σημαντικών δεσμεύσεων, τόσο συμφωνικών όσο και οπερατικών, και θα έχουμε επίσης μια πολύ συναρπαστική σεζόν με την Ελληνική Συμφωνική Ορχήστρα Νέων (ΕΛΣΟΝ), μετά την πρώτη μας εμφάνιση στο Carnegie Hall.
Δημιουργήσατε πριν από λίγα χρόνια την ΕΛΣΟΝ που τώρα κάνει το ντεμπούτο της στο Carnegie Hall. Μπορείτε να μας μιλήσετε για την ορχήστρα, την ίδρυσή της, την πορεία της και το μέλλον της;
Η ΕΛΣΟΝ ιδρύθηκε το 2017 με σκοπό να καλλιεργήσει, να εκπαιδεύσει και να προωθήσει νέους Έλληνες μουσικούς στο συμφωνικό και οπερατικό ρεπερτόριο, προσφέροντάς τους παράλληλα την ευκαιρία να συνεργαστούν με διεθνούς φήμης καλλιτέχνες, μαέστρους και σολίστες. Η Ελλάδα δεν διέθετε τότε εθνική ορχήστρα νέων, αναπόσπαστο μέρος της ορχηστρικής εκπαίδευσης των νέων μουσικών σε κάθε άλλη ευρωπαϊκή χώρα. Το όραμά μου ήταν να δημιουργήσω ένα θεμέλιο για την ορχηστρική εκπαίδευση της επόμενης γενιάς Ελλήνων κλασικών μουσικών, που θα γίνονταν μέλη επαγγελματικών ορχηστρών στο εγγύς μέλλον. Μέσα σε πολύ σύντομο χρονικό διάστημα από την ίδρυσή της, το έργο της ΕΛΣΟΝ αναγνωρίστηκε διεθνώς, όταν επιλέχθηκε ως μέλος της Ευρωπαϊκής Ομοσπονδίας Εθνικών Ορχηστρών Νέων (EFNYO), όπου αποτελεί τη μοναδική εκπροσώπηση από την Ελλάδα. Η ορχήστρα μας προσκλήθηκε επίσης δύο φορές να εμφανιστεί στο Konzerthaus του Βερολίνου, στο πλαίσιο του διεθνούς φεστιβάλ Young Euro Classic, ενώ το 2020 η ΕΛΣΟΝ έγινε Orchestra in Residence στο Μέγαρο Μουσικής Αθηνών. Το όραμά μου για την ορχήστρα είναι να αναπτύξει και να διευρύνει περαιτέρω τις δραστηριότητές της, να συνεχίσει τις εμφανίσεις της διεθνώς και να προσφέρει πολύτιμες εμπειρίες σε ακόμη περισσότερους νέους Έλληνες μουσικούς που βρίσκονται στο ξεκίνημα της καριέρας τους.
Τι σημαίνει για εσάς να διευθύνετε στο Carnegie Hall; Γιατί επιλέξατε το συγκεκριμένο πρόγραμμα;
Είχα εμφανιστεί πριν από 10 χρόνια στο Carnegie Hall ως σολίστας του κλαρινέτου και τώρα επιστρέφω για το ντεμπούτο μου ως μαέστρος. Το πρόγραμμά μας είναι ειδικά σχεδιασμένο για αυτή την εμφάνιση. Ο Δημήτρης Μητρόπουλος παρουσίασε πέντε από τους Ελληνικούς Χορούς του Νίκου Σκαλκώτα πριν από ακριβώς 70 χρόνια στο Carnegie Hall, με τη Φιλαρμονική της Νέας Υόρκης. Εκείνη ήταν η αμερικανική πρεμιέρα του έργου αυτού και με την ευκαιρία αυτή θα παρουσιάσουμε συμβολικά μια επιλογή από δέκα Ελληνικούς Χορούς. Ο Leonard Bernstein είναι μια εμβληματική μορφή της αμερικανικής μουσικής και μια μεγάλη έμπνευση ως μαέστρος. Είχε επίσης μέντορά του τον Μητρόπουλο και τον διαδέχθηκε στο πόντιουμ της Φιλαρμονικής της Νέας Υόρκης. Η Άννα Κλάιν είναι μια ζωντανή – εκπληκτική – συνθέτρια και θαυμάζω πολύ τα έργα της.
Παίζετε έργα του Σκαλκώτα και του Bernstein. Πίσω από αυτούς τους δύο «κρύβεται» μια άλλη εμβληματική μορφή, η οποία είχε σχέση με αυτούς και το έργο τους. Ο Δημήτρης Μητρόπουλος. Τι σκέψεις σας εμπνέει; Τι σημαίνει να στέκεσαι στο ίδιο βάθρο που στεκόταν αυτός και τόσες άλλες μεγάλες προσωπικότητες στο παρελθόν;
Θαυμάζω απεριόριστα τον Μητρόπουλο για την αφοσίωσή του στην τέχνη, για τα υψηλά πρότυπα των ερμηνειών του, αλλά και για την αγάπη του για την πατρίδα του, την Ελλάδα. Ο Δημήτρης Μητρόπουλος αποτελεί πρότυπο για όλους εμάς της νεότερης γενιάς.
Υπάρχουν άλλες προσωπικότητες που σχετίζονται με την ιστορία του Carnegie Hall και που αισθάνεστε κοντά σε αυτές ή στην κληρονομιά τους;
Ο Gustav Mahler και ο Benny Goodman, για προφανείς λόγους και οι δύο!
Τι σημαίνει η κλασική μουσική και οι μεγάλες καλλιτεχνικές δημιουργίες του παρελθόντος για τους μουσικούς και τι για τους “κοινούς θνητούς” πέρα από τις δύο ώρες ευχάριστου χρόνου σε μια συναυλία;
Θα έλεγα ότι η μουσική είναι η πύλη μας για να εξερευνήσουμε τη ζωή. Είμαστε πραγματικά ευλογημένοι που νιώθουμε συνδεδεμένοι με το βαθύτερο μήνυμα που μεταφέρει η μουσική στο πέρασμα του χρόνου και που ενσαρκώνει αυτή την παγκόσμια αλήθεια, η οποία είναι πέρα από κάθε γλώσσα, χώρα, θρησκεία ή/και παράδοση.


Please wait...