Πρόλογος:
Υπάρχουν μέρη στον κόσμο που σε προετοιμάζουν γι’ αυτό που πρόκειται να αντικρίσεις, και υπάρχουν μέρη που σου κόβουν την ανάσα με το που θα στρίψει το καράβι στον κάβο. Η Σύμη ανήκει αναμφισβήτητα στη δεύτερη κατηγορία.
Καθώς το πλοίο πλησιάζει στο λιμάνι, τον Γιαλό, ξετυλίγεται μπροστά σου ένα σκηνικό που μοιάζει με θεατρική σκηνογραφία ή με πίνακα ζωγραφικής του 19ου αιώνα. Πολύχρωμα νεοκλασικά αρχοντικά, βαμμένα στις αποχρώσεις της ώχρας, του τερακότα, του σομόν και του βαθέος μπλε, σκαρφαλώνουν αμφιθεατρικά στους γυμνούς, άνυδρους βράχους. Η Σύμη, το κοσμοπολίτικο μα ταυτόχρονα βαθιά αυθεντικό αυτό νησί της Δωδεκανήσου, δεν μοιάζει με κανένα άλλο κυκλαδίτικο ή δωδεκανησιακό προορισμό. Είναι μια αρχοντική κυρά που κρατά τα κλειδιά της ιστορίας της θάλασσας σφιχτά στα χέρια της.
Ιστορία & Αρχιτεκτονική: Το Θαύμα των Νεοκλασικών
Η Σύμη δεν ήταν πάντα ένα ήσυχο καταφύγιο ταξιδιωτών. Στα τέλη του 19ου και στις αρχές του 20ού αιώνα, ήταν ένα από τα πλουσιότερα νησιά της Μεσογείου, με πληθυσμό που άγγιζε τους 25.000 κατοίκους. Ο πλούτος αυτός δεν ήρθε τυχαία, αλλά ήταν το αποτέλεσμα δύο μεγάλων τεχνών: της σπογγαλιείας και της παραδοσιακής ναυπηγικής.
Αυτή η οικονομική άνθηση αποτυπώθηκε ανάγλυφα στην αρχιτεκτονική του νησιού, η οποία προστατεύεται αυστηρά ως διατηρητέα.
Ο Γιαλός: Το λιμάνι, γεμάτο ζωή, καφέ, ταβέρνες και καταστήματα με σφουγγάρια. Τα αρχοντικά του, με τα αετώματα, τα συμμετρικά παράθυρα και τις βοτσαλωτές αυλές («χοχλάκια»), διηγούνται ιστορίες πλούσιων εμπόρων.
Το Χωριό (ή Άνω Σύμη): Για να φτάσεις εκεί, πρέπει να ανέβεις την Καλή Στράτα. Πρόκειται για 500 μεγάλα, πέτρινα σκαλοπάτια που συνδέουν το λιμάνι με τον επάνω οικισμό. Κάθε βήμα στην Καλή Στράτα είναι και μια αποκάλυψη, καθώς περνάς δίπλα από τα πιο επιβλητικά αρχοντικά του νησιού. Στην κορυφή του Χωριού δεσπόζει το Κάστρο των Ιπποτών, χτισμένο πάνω στα ερείπια της αρχαίας ακρόπολης.
Στα Καρνάγια της Σύμης υπάρχει το ξενοδοχείο «Ιαπετός», ιδιοκτησία του κ. Αγαπητού Αντωνιάδη. Το ξενοδοχείο αποτελεί ένα μοναδικό στολίδι και σημείο αναφοράς τόσο για την τοπική κοινωνία όσο και για τους Έλληνες και ξένους επισκέπτες. Μέσα σε ένα ονειρικό περιβάλλον από προσεγμένα δενδρύλλια και λουλούδια, οι προσεγμένες σουίτες και τα δωμάτια προσφέρουν απόλυτη χαλάρωση, με την πισίνα να γίνεται το ιδανικό καταφύγιο δροσιάς για κάθε ηλικία. Η γαστρονομική εμπειρία του καταλύματος απογειώνεται με το απαράμιλλο πρόγευμα και τις χειροποίητες μαρμελάδες. Αυτές φέρουν την υπογραφή της οικογένειας Αντωνιάδη, με επικεφαλής τη σύζυγο του ιδιοκτήτη, κυρία Κυριακή – μια εκλεκτική προσωπικότητα που συνδυάζει τη φιλοξενία με την εκπαίδευση, καθώς υπηρετεί ως δασκάλα στο νησί με σπουδές στην Ακαδημία Μυτιλήνης.
Χαρακτηριστικός εκπρόσωπος της αυθεντικής φιλοξενίας, ο κ. Αγαπητός Αντωνιάδης είναι ένας άνθρωπος φιλικός που θέτει πάντα σε προτεραιότητα τους καλεσμένους του. Δικαίως χαίρει της απόλυτης εκτίμησης και εμπιστοσύνης της τοπικής κοινωνίας, όντας ένας από τους κορυφαίους παράγοντες στη Σύμη.
Το Iapetos Village περιβάλλεται από έναν κήπο 500μ² με φοίνικες και πλακόστρωτες αυλές. Προσφέρει παραδοσιακά καταλύματα και δωρεάν Wi-Fi σε όλους τους χώρους. Στις εγκαταστάσεις υπάρχει πισίνα ακανόνιστου σχήματος με σάουνα και μπαρ. Κάθε κλιματιζόμενη μονάδα προσφέρει πρόσβαση σε μπαλκόνι ή αίθριο με θέα στην πισίνα και τον κήπο και διαθέτει τηλεόραση LCD με δορυφορικά κανάλια. Το ιδιωτικό μπάνιο περιλαμβάνει καμπίνα ντους με υδρομασάζ, μπουρνούζια και παντόφλες. Ορισμένοι τύποι καταλυμάτων παρέχουν δυνατότητα προετοιμασίας γευμάτων, ενώ άλλοι χωρίζονται σε 2 επίπεδα. Το Iapetos Village προσφέρει μεταφορά από/προς το λιμάνι της Σύμης, στα 200 μέτρα. Η οργανωμένη παραλία Νος απέχει περίπου 1,3 χιλιόμετρα. Στις εγκαταστάσεις λειτουργεί δωρεάν ιδιωτικός χώρος στάθμευσης.
Η διεύθυνση του «Ιαπετού» είναι Γιαλός Σύμη, το τηλέφωνο (+30) 22460 72777 και το email του: [email protected]
https://www.iapetos-village.gr/el/
Στη συζήτησή μου με τον κύριο Αγαποητό, όταν του ζήτησα να γυρίσει τον χρόνο πίσω στην αφετηρία της διαδρομής του και να μου περιγράψει το όραμά του, εκείνος μου απάντησε: «βρήκα από τον πατέρα μου ένα μαγαζί το οποίο πουλούσε οικοδομικά υλικά το οποίο το επέκτεινα και είχα υλικά για να κάνει κάποιος επιδιορθώσεις μέχρι να χτίσει ένα σπίτι, είχα τα πάντα, ξύλα, τσιμέντα, χαλίκια, άμμο. Το έχουμε ακόμα σήμερα σε μικρότερη κλίματα διότι αποσύρθηκα πλέον εγώ, το έχει ο αδελφός μου, κι από αυτό κάναμε ό,τι κάναμε».
Όταν του ζήτησα να γυρίσει τον χρόνο πίσω και να ξεφυλλίσει τις αναμνήσεις της παλιάς Σύμης, το βλέμμα του γέμισε νοσταλγία και μου είπε:
«Κοίταξε γύρω σου… Βλέπεις αυτά τα αρχοντικά που κρέμονται πάνω από το λιμάνι; Αυτά τα χρώματα, την ώχρα, το σομόν, το μπλε; Αυτά δεν χτίστηκαν από τη μια μέρα στην άλλη, ούτε από τουρίστες. Χτίστηκαν από το ξύλο και το σφουγγάρι. Αυτή είναι η Σύμη.
Πριν πολλά χρόνια η Σύμη δεν είχε αυτή την ησυχία. Εδώ στο Γιαλό, ο τόπος έσφυζε από τα καρνάγια. Ακουγόταν όλη μέρα το κτύπημα του σκεπαρνιού στο ξύλο. Οι Συμιακοί είναι οι καλύτεροι καραβομαραγκοί του Αιγαίου· φτιάχνανε σκαριά που άντεχαν στους χειρότερους καιρούς. Και δίπλα, οι σφουγγαράδες μας. Άνθρωποι παλικάρια, που βουτούσαν στα βάθη της Μπαρμπαριάς, στη Βόρεια Αφρική, με τη “σκανδαλόπετρα” ή με τον σκάφανδρο αργότερα, για να βγάλουν το χρυσάφι της θάλασσας».
Καθώς οι μνήμες άρχισαν να ζωντανεύουν, στη συζήτησή μας παρενέβη με έναν γλυκό, γεμάτο νοσταλγία τρόπο ο κυρ Μιχάλης, συμπληρώνοντας:
«Μετά, ήρθαν τα πλαστικά σκάφη, ήρθαν τα συνθετικά σφουγγάρια, ήρθε κι ο τουρισμός. Τα καρνάγια άρχισαν να κλείνουν το ένα μετά το άλλο. Οι νέοι άφησαν το σκεπάρνι και τη θάλασσα και έπιασαν τα γκαρσονιλίκια και τα ενοικιαζόμενα. Λογικό, πιο εύκολο ψωμί. Αλλά εμένα η καρδιά μου μάτωνε. Έβλεπα τα ξύλα να σαπίζουν και τις παλιές τέχνες, που μας κρατούσαν όρθιους για αιώνες, να σβήνουν. Σκέφτηκα: “Αν χάσουμε τη σχέση μας με το ξύλο και το σφουγγάρι, η Σύμη θα γίνει άλλη μια τουριστική βιτρίνα. Θα χάσει την ψυχή της”.
Έτσι ξεκίνησα, πριν από χρόνια, ένα προσωπικό στοίχημα. Κράτησα το καρνάγιο ανοιχτό, κόντρα στο ρεύμα. Μου έλεγαν: “Τι παιδεύεσαι ρε μάστορα με τα πεύκα και τα κυπαρίσσια, αφού όλοι τώρα αγοράζουν πλαστικά”. Δεν με ένοιαζε. Ήθελα να κρατήσω τη μυρωδιά του ρετσινιού ζωντανή στο λιμάνι. Άρχισα να μαζεύω παλιά, παρατημένα σκαριά, τρεχαντήρια και βαρκαλάδες, και να τα ξαναζωντανεύω. Παράλληλα, πείσμωσα να κρατήσω ζωντανή την ιστορία των σφουγγαράδων μας, μαζεύοντας παλιά σκάφαντρα, εργαλεία, φωτογραφίες, για να θυμούνται οι παλιοί και να μαθαίνουν οι ξένοι».
Το όραμά μου είναι η Σύμη να μην ξεχάσει από πού κρατάει η σκούφια της. Θέλω ο επισκέπτης που έρχεται εδώ να μη βλέπει απλώς ένα όμορφο, γραφικό σκηνικό για φωτογραφίες. Θέλω να καταλαβαίνει τον μόχθο που κρύβεται πίσω από κάθε πελεκημένο ξύλο, πίσω από κάθε σφουγγάρι που πουλιέται στα μαγαζάκια του Γιαλού.
Το μεγάλο μου όνειρο είναι να δω ξανά νέους ανθρώπους να μπαίνουν στο καρνάγιο. Να πιάσουν το σκεπάρνι, να μάθουν να διαβάζουν τα νερά του ξύλου, να νιώσουν την περηφάνια του να δημιουργείς κάτι που θα ταξιδεύει στις θάλασσες για τα επόμενα πενήντα χρόνια. Η ναυπηγική μας τέχνη είναι πολιτισμός, είναι η ζωντανή ιστορία της Δωδεκανήσου.
Όταν τελειώνω τη δουλειά αργά το απόγευμα, κάθομαι εδώ στην προβλήτα, κοιτάζω τα καράβια που λικνίζονται στο λιμάνι και τον ήλιο που βάφει χρυσά τα νεοκλασικά αρχοντικά. Εκείνη την ώρα, αν ακούσω έστω και ένα παιδί να ρωτάει πώς φτιάχνεται μια ξύλινη βάρκα, λέω μέσα μου: “Κάτι καταφέραμε”. Η Σύμη δεν είναι απλώς ένας προορισμός· είναι ένας όμορφος, περήφανος τρόπος να είσαι θαλασσινός. Και αυτόν τον τρόπο πρέπει να τον κρατήσουμε ζωντανό».
Την ξενάγησή μου στο νησί ανέλαβε με περίσσια αγάπη ο κυρ Μιχάλης. Σας προσκαλώ, λοιπόν, να κρατήσετε το χέρι μου και να περπατήσετε πλάι μου. Ελάτε να ταξιδέψουμε μαζί μέσα από τα δικά μου μάτια, για να σας φανερώσω όλα εκείνα τα μικρά, κρυμμένα θαύματα που αντίκρισα σε τούτο τον μαγικό τόπο
Το Ιερό Προσκύνημα: Ο Πανορμίτης
Καθώς το καράβι προσεγγίζει τον κλειστό, απάνεμο όρμο, νιώθεις την ενέργεια του τόπου να αλλάζει. Εκεί, στην άκρη της Σύμης, ορθώνεται επιβλητικό και συνάμα γαλήνιο το Μεγάλο Μοναστήρι: Η Ιερά Μονή του Ταξιάρχη Μιχαήλ του Πανορμίτη. Είναι η ψυχή του νησιού, το απάνεμο λιμάνι κάθε θαλασσινού, το αιώνιο καταφύγιο κάθε πονεμένης ψυχής. Το βλέμμα μαγνητίζει αμέσως το μεγαλοπρεπές, μπαρόκ καμπαναριό του, που μοιάζει με δαντέλα σμιλεμένη στον ουρανό, καλωσορίζοντας τους προσκυνητές με έναν χαιρετισμό πίστης και ελπίδας. Περάσαμε την πύλη μαζί με τον κυρ Μιχάλη, και η μυρωδιά από το λιβάνι, το κερί και τη θάλασσα με τύλιξε σαν μια ζεστή αγκαλιά.
Μπαίνοντας στο καθολικό, ο χρόνος σταματά. Μπροστά στην ολόρθμη, θαυματουργή εικόνα του Αρχαγγέλου, ντυμένη με το ανάγλυφο ασήμι, δέος και κατάνυξη σε κυριεύουν. Τα μάτια του Ταξιάρχη — αυτά τα μεγάλα, βαθιά, γεμάτα αυστηρότητα αλλά και απέραντη ευσπλαχνία μάτια — μοιάζουν να κοιτάζουν κατευθείαν μέσα στην ψυχή σου. Ξέρουν τα μυστικά σου, τις αγωνίες σου, τις προσευχές σου. Εδώ, οι τοίχοι είναι φορτωμένοι με τάματα. Καράβια ασημένια, βαριά αφιερώματα, και κυρίως, τα θρυλικά «μηνύματα στα μπουκάλια». Είναι εκείνα τα μπουκάλια που ρίχνουν οι πιστοί στα πέρατα των θαλασσών — από την Αυστραλία, την Αμερική, τον Ατλαντικό — και ο Πανορμίτης, ο «κλέφτης των καρδιών» όπως τον αποκαλούν οι Συμιακοί, τα οδηγεί με έναν τρόπο μαγικό, κόντρα στα κύματα, μέσα σε τούτο δω το λιμάνι. Γιατί ο Αρχάγγελος της Σύμης δεν ακούει μόνο· ταξιδεύει πάνω από τα κύματα για να προλάβει κάθε κίνδυνο, να γιατρέψει κάθε πληγή. «Είναι ο προστάτης μας, η καταφυγή μας», μου ψιθύρισε ο κυρ Μιχάλης με φωνή που έτρεμε από συγκίνηση. «Ό,τι κι αν συμβεί, ξέρουμε πως εκείνος αγρυπνά για εμάς».
Φεύγοντας από τον Πανορμίτη, νιώθεις το βάρος να φεύγει από τους ώμους σου. Παίρνεις μαζί σου την ευλογία του, τη γαλήνη του κόλπου και την ακλόνητη βεβαιότητα ότι σε αυτό το ακριτικό νησί του Αιγαίου, ο ουρανός ακουμπά λίγο πιο κοντά στη γη.
Το μοναστηριακό συγκρότημα, χτισμένο τον 18ο αιώνα είναι συνδεδεμένο με τη ναυτική παράδοση είναι και το έθιμο με τα «μπουκάλια του Πανορμίτη»: οι ναυτικοί και οι πιστοί από κάθε γωνιά της γης ρίχνουν στη θάλασσα μπουκάλια με τάματα και μηνύματα, τα οποία, σύμφωνα με την παράδοση, τα κύματα τα ξεβράζουν πάντα στον όρμο της μονής.
Μετά τον Πανορμίτη συναντάμε κοντά στις ακτές το νησάκι Γιαλεσίνο. Τα τυρκουάζ νερά μας προκαλούν για μια βουτιά στα διάφανα νερά. Στη διαδρομή βλέπουμε μεγάλες υδάτινες γλώσσες να εισχωρούν στη στεριά δημιουργώντας ασφαλείς κόλπους με μικρές παραλίες στο βάθος, κάτω από τα γυμνά βράχια. Ιδανικά σημεία για μοναχικό μπάνιο αλλά και για ψάρεμα, αρκεί ο καιρός να το επιτρέπει.
Βρισκόμαστε πλέον στη δυτική πλευρά του νησιού για να βρεθούμε στον Άγιο Αιμιλιανό, που μας γοητεύει το ολόλευκο μοναστήρι που βρίσκεται επάνω σε ένα μικρό νησάκι που μόλις το χωράει και συνδέεται με τη στεριά με μια στενή λουρίδα γης. Στη μέση του κόλπου υπάρχει μια πολύ όμορφη παραλία.
Μας έδειξε πως με πηλό φτιάχνουν το καλούπι μιας καμπάνας, πως λειτουργεί το χυτήριο με αντανακλαστικό φούρνο με ξύλα που λιώνει το μπρούτζο στους 800 με χίλιους βαθμούς. Αφού χυθεί ο λιωμένος μπρούτζος στο καλούπι θέλει τουλάχιστον 12 μέρες για να σημάνει. Όπως μας είπε άλλοι δυο έχουν απομείνει στην Ελλάδα που κάνουν καμπάνες με αυτό τον τρόπο. Χωρίς να φοβάται μη του κλέψουμε τα μυστικά, μας εξήγησε πως όταν το μείγμα έχει πολύ κασσίτερο, η καμπάνα είναι υψίφωνη αλλά μπορεί να σπάσει, αντίθετα αν έχει πολύ χαλκό και λίγο καλάι είναι βαρύτονη. Αλλά και από το μέγεθος επηρεάζεται ο ήχος της καμπάνας, και βέβαια κάθε μια καμπάνα έχει διαφορετικό ήχο από την άλλη ακόμα και αν προέρχονται από το ίδιο καλούπι και έχουν το ίδιο μείγμα.
Ούτε ξέρουν πόσες καμπάνες έχουν φτιάξει για τις 14 εκκλησίες και τα 160 ξωκλήσια του νησιού και βέβαια για τον Πανορμίτη. Αλλά δεν είναι μόνο αυτές αλλά και τόσες άλλες που έχουν πάει σε άλλα νησιά.
Παραλίες: Κρυστάλλινα Νερά κάτω από τα Βράχια
Οι περισσότερες παραλίες της Σύμης είναι προσβάσιμες κυρίως με τα παραδοσιακά καραβάκια (ταξί-boats) που ξεκινούν καθημερινά από τον Γιαλό, προσφέροντας μια μοναδική θαλασσινή εμπειρία.
Άγιος Γεώργιος Δυσάλωνας: Ίσως η πιο εντυπωσιακή παραλία του νησιού και μία από τις πιο αναγνωρίσιμες στο Αιγαίο. Ένας κάθετος, θεόρατος βράχος ύψους 300 μέτρων στέκεται ακριβώς πίσω από μια στενή λωρίδα με βότσαλο και καταπράσινα, διάφανα νερά.
Νανού: Ένας μεγάλος, απάνεμος κόλπος με χοντρό βότσαλο, πεντακάθαρα βαθιά νερά και μερικά αρμυρίκια. Εκεί λειτουργεί και μια παραδοσιακή ταβέρνα.
Μαραθούντα: Προσβάσιμη και με αυτοκίνητο. Ένας κλειστός όρμος με κρυστάλλινα νερά, όπου σήμα κατατεθέν είναι οι φιλικές… κατσίκες του νησιού που κυκλοφορούν ελεύθερα ανάμεσα στους λουόμενους.
Πέδι: Ένας μικρός, γραφικός παραθαλάσσιος οικισμός με εύκολη πρόσβαση, ιδανικός για οικογένειες. Από εκεί ξεκινά και το μονοπάτι για την όμορφη παραλία Αγία Μαρίνα.
Νημπορειός: Μια ήσυχη παραλία σε κοντινή απόσταση από τον Γιαλό, με καταπράσινα νερά και απόλυτη γαλήνη.
Η Γεύση της Σύμης
Η γαστρονομία της Σύμης είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με τον θαλασσινό της πλούτο, Οι κάτοικοί της έγιναν γνωστοί ως ψαράδες, σφουγγαράδες, ναυπηγοί και ναυτικοί. Βουτάνε για χταπόδια, ψαρεύουν με τράτες και βέβαια έχουν ένα σήμα κατατεθέν που έχει γίνει διάσημο σε όλο τον κόσμο: το Συμιακό Γαριδάκι.
Πρόκειται για μια σπάνια, μικροσκοπική ποικιλία γαρίδας που ζει στις θάλασσες της περιοχής. Λόγω του μικρού της μεγέθους και του πολύ λεπτού της κελύφους, δεν καθαρίζεται· τηγανίζεται ελαφρά και τρώγεται ολόκληρη («με το κεφάλι και την ουρά»), προσφέροντας μια μοναδική, υπόγλυκη και απόλυτα θαλασσινή γεύση. Συνοδεύεται ιδανικά με ούζο ή ντόπιο λευκό κρασί δίπλα στο κύμα.
Η γαστρονομική περιπλάνηση στο νησί, όμως, δεν σταματά εδώ. Ο κυρ Μιχάλης με οδήγησε στα κρυμμένα ταβερνάκια του Γιαλού και του Χωριού για να μου αποκαλύψει κι άλλα γευστικά μυστικά. Ανάμεσά τους ξεχωρίζει η περίφημη γαελόπιτα (ή αλλιώς αθερινόπιτα), μια παραδοσιακή πίτα με στρώσεις από φρέσκια αθερίνα, κρεμμύδι και αλεύρι, που τηγανίζεται μέχρι να ροδίσει και να γίνει τραγανή. Δίπλα της, τα καλαμαράκια γεμιστά με ρύζι, κουκουνάρι και σταφίδες, αλλά και τα φρέσκα κοχύλια (φούσκες, γυαλιστερές και πίνες) που μοσχοβολούν ιώδιο και σερβίρονται κατευθείαν από τα δίχτυα των Συμιακών ψαράδων. Για τους λάτρεις των αυθεντικών γεύσεων, η συμιακή τυρόπιτα — τα περίφημα «τουρτάκια» — με τη ζύμη τους γεμιστή από το ντόπιο, βουτυράτο συμιακό τυρί (τη μυζήθρα), αποτελεί την τέλεια γαστρονομική στάση κάθε ώρα της ημέρας.
Και για το κλείσιμο, η Σύμη κρατά την πιο γλυκιά της ανάμνηση. Εκτός από τα ξακουστά ακούμια (τους παραδοσιακούς λουκουμάδες που ζυμώνονται με ρύζι και ούζο, παίρνοντας ένα χρυσαφένιο χρώμα και μια μοναδική υφή), αξίζει να αναζητήσετε το συμιακό παστέλι με ντόπιο μέλι και σουσάμι, καθώς και το «μίσι», ένα ντόπιο γλυκό του κουταλιού που μοιράζουν οι ντόπιοι στις χαρές τους. Κάθε μπουκιά στη Σύμη δεν είναι απλώς φαγητό· είναι η ιστορία και η ψυχή του Αιγαίου στο πιάτο σας.
Ο γύρος του νησιού με παραδοσιακό καΐκι
Αξίζει να κάνετε τον γύρο του νησιού με παραδοσιακό καΐκι. Πολλές αξιομνημόνευτες παραλίες της Σύμης δεν είναι προσβάσιμες παρά μόνο από τη θάλασσα. Το καΐκι ξεκινά καθημερινά από το λιμάνι το πρωί και επιστρέφει το απόγευμα. Η βόλτα συνήθως κάνει την πρώτη της στάση στην κρυφή παραλία της Φωκοσπηλιάς και την τελευταία στην παραλία του Αγίου Γεωργίου.
Πώς να πας στη Σύμη
Από Πειραιά υπάρχουν απευθείας δρομολόγια, όχι όμως όλες τις μέρες της εβδομάδας. Η διάρκεια του ταξιδιού ποικίλει ανάλογα το δρομολόγιο, από τις 14 έως τις 19 ώρες. Εναλλακτικά, ταξιδεύετε με πλοίο της γραμμής ή αεροπλάνο στη Ρόδο και από εκεί με πλοίο καθημερινά προς τη Σύμη. Η διάρκεια του ταξιδιού από τη Ρόδο προς τη Σύμη είναι περίπου 2 ώρες.
Επίλογος:
Σαν ταξιδευτής, πολλές φορές με ρωτάνε ποιό νησί τους προτείνω για διακοπές. Φυσικά έχοντας πάει πάνω από μια φορά σε όλα τα νησιά της Ελλάδας, είναι πολύ δύσκολο να τους προτείνω, ιδιαίτερα αν δεν ξέρω πολύ καλά τα θέλω τους. Μια όμως σίγουρη πρόταση είναι η Σύμη, το ζωγραφιστό νησί των χρωμάτων και της αρχιτεκτονικής, που το ερωτεύεσαι με την πρώτη ματιά.
Η Σύμη δεν είναι απλώς ένας σταθμός στο ταξίδι σου στα Δωδεκάνησα· είναι μια εμπειρία που σε στοιχειώνει γλυκά. Είναι ο ήχος του σκεπαρνιού που αντηχεί στο καρνάγιο, η μυρωδιά του ιωδίου από τα απλωμένα σφουγγάρια στο λιμάνι, η κούραση της Καλής Στράτας που σβήνει μπροστά στη θέα του ηλιοβασιλέματος και η ηρεμία του Πανορμίτη.
Όταν το πλοίο της γραμμής λύνει τους κάβους και απομακρύνεται, αφήνοντας πίσω του τα χρωματιστά αρχοντικά να μικραίνουν στο βάθος, συνειδητοποιείς ότι άφησες ένα κομμάτι της καρδιάς σου σε εκείνη την περήφανη, θαλασσινή γωνιά. Και ξέρεις, με απόλυτη βεβαιότητα, ότι θα επιστρέψεις.
ΚΕΙΜΕΝΟ: ΑΝΝΑ ΜΠΙΘΙΚΩΤΣΗ
ΦΩΤΟ: ΣΩΤΗΡΗΣ ΔΟΓΑΝΗΣ





Please wait...